Σάββατο 27 Απριλίου 2019

Ο Χριστός είναι η απάντηση στον θάνατο, στον πόνο, στη δοκιμασία Πρωτοπρεσβύτερος Μάριος Δημοσθένους, Θεολόγος


[Προηγούμενη δημοσίευση: http://bit.ly/2jDR1as]
Ο πρώτος, λοιπόν, λόγος είναι γιατί αντιστεκόμαστε στην ίδια μας την φθαρτή φύση. Αντιστεκόμαστε σ’ αυτό το αληθινό γεγονός, ότι κάποια στιγμή θα αντιμετωπίσουμε αυτό που λέγεται, όπως προείπαμε, πόνος, ασθένεια και θάνατος. Αυτό δεν το λογαριάζουμε και δεν θέλουμε να το λογαριάσουμε ποτέ στη ζωή μας. Συνήθως όταν αρχίσουμε ή κάποιος αρχίσει να θυμάται δυσάρεστα του λέμε: «Ας τα ξεχάσουμε αυτά ή μην αναφέρεις κακά και δυσάρεστα πράγματα γιατί είναι ανεπιθύμητα». Αλλά, όμως, είναι αληθινά. Όντως είναι ανεπιθύμητα, αλλά είναι αληθινά. Πώς πρέπει ή οφείλουμε λοιπόν να ζούμε, ώστε να ζούμε αληθινά; Ξέρετε οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν μιλήσει για τη λεγόμενη μνήμη θανάτου. Όταν το λέμε σήμερα στους ανθρώπους πανικοβάλλονται λίγο, γιατί οι λέξεις και τα γεγονότα δεν είναι οικεία σε εμάς, είναι ξένα. Ο γέρων Πορφύριος αυτή τη μνήμη θανάτου την ονόμασε κάπως αλλιώς, της έδωσε μία διαφορετική έννοια, η οποία δίνει ίσως και την απάντηση στο ερώτημά μας. Την ονόμασε «μνήμη Χριστού».
ponos2
Πώς ο άνθρωπος θα πρέπει μέσα από τη σχέση του με τον Χριστό, να δίνει νόημα, προορισμό και σκοπό στη ζωή του; Χάσαμε το νόημα, χάσαμε τον σκοπό, χάσαμε την προοπτική στη ζωή μας. Από τις πρώτες μέρες της ζωής μας όταν πήγαμε στην εκκλησία 8 ημερών για την ονοματοδοσία, μας είπαν μία μικρή ευχή για την είσοδό μας μέσα στην εκκλησία. Λέει αυτή η ευχή: «…σημειωθήτω ο Σταυρός του Μονογενούς Σου Υιού εν τη καρδία και τοίς διαλογισμοίς αυτού». Δηλαδή, ο σταυρός του Χριστού να σημειωθεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, του μικρού βρέφους που προσεύχεται εκείνη την ώρα μέσα στο ναό για πρώτη φορά στις 8 μέρες. Και μετά, σε κάθε στιγμή της ζωής της Εκκλησίας, της ζωής του πιστού μέσα στην Εκκλησία, προβάλλεται το σημείο του σταυρού, το σημείο του σταυρού του Χριστού. Και προβάλλεται μάλιστα ως πρότυπο ζωής του Χριστιανού. Προβάλλεται ως πρότυπο ο ίδιος ο σταυρός του Χριστού και ο ίδιος ο Χριστός, γιατί ο Χριστός επάνω στον σταυρό νίκησε αυτόν τον εχθρό, ο οποίος καταδυναστεύει τον άνθρωπο. Επάνω στον σταυρό ο Χριστός νίκησε τον θάνατο και οδήγησε τον άνθρωπο στην Ανάσταση. Από τη μία μιλούμε για Ανάσταση και από την άλλη μιλούμε για θάνατο. Όντως παράδοξο. Όμως, βλέποντας τον σταυρό του Χριστού την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης, λέμε: «Τον Σταυρό Σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την Αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν». Ή ο Σταυρός σημαίνει θάνατο ή σημαίνει Ανάσταση. Ο Χριστός με τον σταυρό του και με τη σταύρωσή του, με το Τίμιο και Πανάγιο Αίμα Του, ξέπλυνε την αμαρτία του ανθρωπίνου γένους, αγκάλιασε τον άνθρωπο, τον ανέβασε και του έδωσε τη δυνατότητα μετά, με τη δική Του Ανάσταση, να μην γεύεται τον πνευματικό θάνατο, που είναι ο χωρισμός από τον Θεό.
Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπος, ο καθένας μας σήμερα, μέσα στην Εκκλησία ψάλλει «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Γιατί πατήθηκε ο θάνατος, νικήθηκε ο θάνατος.
Ο Χριστός είναι η απάντηση στον θάνατο, στον πόνο και στη δοκιμασία. Ο Σταυρός του Χριστού είναι αυτός ο οποίος μεταμορφώνει τον πόνο, του δίνει μία νέα ερμηνεία, μία νέα και διαφορετική εντελώς σχέση. Μπαίνουμε πολλές φορές, και μπαίνουμε πολύ τακτικά, μέσα στα δωμάτια των ασθενών στο νοσοκομείο, στο Μακάρειο νοσοκομείο και στο Ογκολογικό για να κοινωνήσουμε ασθενείς. Και όταν μπαίνουμε μέσα και ρωτάμε, πώς είστε σήμερα και μας απαντούν «Δόξα σοι ο Θεός», αναρωτιόμαστε και λέμε: είναι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι βιώνουν πρώτα έναν υπαρξιακό πόνο; Δηλαδή, βιώνουν και αναρωτιούνται, ότι πιθανόν να βρίσκονται κοντά στο τέλος της ζωής τους; Και μπαίνοντας μέσα να μας λένε «Δόξα σοι ο Θεός Πάτερ, καλά είμαστε». Τί είναι αυτό το οποίο τους κινεί για να δίνουν αυτή την απάντηση; Και σας ομολογώ, ότι είναι η πλειοψηφία.
Και αυτό συμβαίνει όταν μπαίνουμε μεταφέροντας τον Χριστό, μεταφέροντας τη Θεία Κοινωνία. Τί είναι αυτό που αλλάζει τη ζωή του ανθρώπου;
Μία παρένθεση, να κάνουμε εδώ. Ένας γιατρός στο Ογκολογικό μου λέει: «Πάτερ θέλω να μπαίνω μέσα στα δωμάτια μετά από εσένα, γιατί δεν ξέρω τι κάνεις στους ανθρώπους, αλλά μετά από εσένα είναι πιο δεχτικοί σε ό,τι τους πώ». Και του λέω, δεν είμαι εγώ που το κάνω. Είναι Αυτός που παίρνω μαζί μου που το κάνει και αυτός είναι ο Χριστός.
Τί πρέπει να κάνουμε, ώστε να μπορέσουμε να μεταμορφώσουμε τον πόνο και να αποκτήσει νόημα, να μεταμορφώσει τον θάνατο και να έχει ελπίδα και μάλιστα την ελπίδα της Αναστάσεως; Το μυστικό θα λέγαμε είναι η σχέση μας με τον Χριστό. Είναι αυτή η αληθινή μας σχέση μαζί με τον Αναστημένο Χριστό. Αυτόν ο οποίος είναι το πάν και πρέπει να είναι το πάν μέσα στη ζωή μας. Είναι Αυτός που όταν ο άνθρωπος του ανοίγει την καρδιά του, του ανοίγει την διάνοιά του, του δίνει την πρόθεσή του, Αυτός βρίσκει τόπο και τρόπο να αλλάζει τα πάντα στη ζωή του, να αλλάξει το νόημα της ζωής του, να αλλάξει την προοπτική της ζωής του.

ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ

Οι άνθρωποι καταδίκασαν τον Θεό σε θάνατο. Ο Θεός όμως, διά μέσου της Ανάστασής Του, «καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία. Για τα κτυπήματα, τους ανταποδίδει τις σφικτές αγκαλιές. Για τις ύβρεις, τις ευλογίες. Για το θάνατο, την αθανασία. Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσο μίσος προς τον Θεό, όσο, όταν Τον σταύρωσαν. Και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόση αγάπη προς τους ανθρώπους, όση όταν αναστήθηκε.
Οι άνθρωποι ήθελαν να καταστήσουν τον Θεό θνητό, αλλ’ ο Θεός διά (μέσου) της Ανάστασής Του κατάστησε τους ανθρώπους αθάνατους. «Ανέστη» ο σταυρωμένος Θεός και θανάτωσε τον θάνατο. Ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον. Η αθανασία κατάκλυσε τον άνθρωπο και όλους τους κόσμους του.
Δια (μέσου) της Ανάστασης του Θεανθρώπου, η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στην οδό της αθανασίας, και έγινε φοβερή και γι’ αυτό τον θάνατο. Γιατί πριν από την Ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο. Και από την εποχή της Ανάστασης του Κυρίου, γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για το θάνατο. Εάν ζει δια (μέσου) της πίστης στον Αναστημένο Θεάνθρωπο ο άνθρωπος, ζει πάνω από το θάνατο. Καθίσταται απρόσβλητος και από το θάνατο. Ο θάνατος μετατρέπεται σε «Υποπόδιον των ποδών αυτού»: «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου άδη, το νίκος;» (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 55-56). Έτσι, όταν ο «εν Χριστώ άνθρωπος» πεθαίνει, αφήνει απλά το ένδυμα του σώματός του για να το ντυθεί πάλι κατά την ημέρα της Δεύτερης Παρουσίας.
Μέχρι την Ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού, ο θάνατος ήταν η δεύτερη φύση του ανθρώπου. Η πρώτη ήταν η ζωή, και ο θάνατος η δεύτερη. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει το θάνατο σαν κάτι το φυσικό. Αλλά με την Ανάστασή Του ο Κύριος άλλαξε τα πάντα: η αθανασία έγινε η δεύτερη φύση του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικό στον άνθρωπο, και το αφύσικο καταστάθηκε ο θάνατος. Όπως μέχρι την Ανάσταση του Χριστού, ήταν φυσικό στους ανθρώπους το να είναι θνητοί, έτσι μετά την Ανάσταση έγινε φυσική γι’ αυτούς η αθανασία.
Δια (μέσου) της αμαρτίας ο άνθρωπος καταστάθηκε θνητός και πεπερασμένος. Δια (μέσου) της Ανάστασης του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς έγκειται η δύναμη και το κράτος και η παντοδυναμία της Ανάστασης του Χριστού. Και για τούτο χωρίς της Ανάστασης του Χριστού, δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός. Μεταξύ των θαυμάτων, η Ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τ’ άλλα θαύματα πηγάζουν απ’ αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Απ’ αυτό εκπηγάζουν και η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Οι δραπέτες μαθητές, αυτοί οι οποίοι έφυγαν (πολύ) μακριά από τον Ιησού, όταν πέθαινε, επιστρέφουν προς Αυτόν, όταν αναστήθηκε. Και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος όταν είδε τον Χριστό να ανασταίνεται από τον τάφο, τον ομολόγησε σαν Υιό του Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι οι πρώτοι Χριστιανοί έγιναν Χριστιανοί, διότι αναστήθηκε ο Χριστός, διότι νίκησε το θάνατο. Αυτό είναι εκείνο το οποίο ουδεμιά άλλη θρησκεία έχει. Είναι εκείνο το οποίο κατά τρόπο μοναδικό και αναμφισβήτητο, δείχνει και αποδεικνύει, ότι ο Ιησούς είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σ’ όλους τους ορατούς και αόρατους κόσμους.
Χάρη στην Ανάσταση του Χριστού, χάρη στη νίκη πάνω στο θάνατο, οι άνθρωποι γινόντουσαν και γίνονται και θα γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος, της Ανάστασης του Χριστού. (Αυτό) το οποίο συνεχίζεται διαρκώς σε όλες τις καρδιές των Χριστιανών, από μέρα σε μέρα, από έτος σε έτος, από αιώνα σε αιώνα, μέχρι τη Δεύτερη Παρουσία.
Ο άνθρωπος γεννιέται στ’ αλήθεια όχι όταν (τον) φέρνει στο κόσμο η μητέρα του, αλλά όταν πιστεύει στον Αναστημένο Σωτήρα Χριστό, γιατί τότε γεννιέται στην αθάνατη και αιώνια ζωή, ενώ η μητέρα γεννά το παιδί της προς (τον) θάνατο, για τον τάφο. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μητέρα όλων μας, όλων των Χριστιανών, η μητέρα των αθάνατων. Δια (μέσου) της πίστης στην Ανάσταση του Κυρίου, γεννιέται πάλι ο άνθρωπος, γεννιέται για την αιωνιότητα.
-Τούτο είναι αδύνατο! Παρατηρεί ο σκεπτικιστής (άνθρωπος). Και ο Αναστημένος Θεάνθρωπος απαντά: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Και αυτός που πιστεύει, είναι εκείνος ο οποίος μ’ όλη τη καρδιά, μ’ όλη τη ψυχή, μ’ όλο του το είναι, ζει κατά το Ευαγγέλιο του Αναστημένου Κυρίου Ιησού.
Η πίστη μας είναι η νίκη δια (μέσου) της οποίας νικάμε το θάνατο, η πίστη δηλαδή στον Αναστημένο Κύριο. «Που σου, θάνατε, το κέντρον;» «Τό δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Δια (μέσου) της Ανάστασής Του ο Κύριος «άμβλυνε του θανάτου το κέντρον». Ο θάνατος είναι ο όφις, η δε αμαρτία είναι το κεντρί του. Δια (μέσου) της αμαρτίας ο θάνατος εκχύνει το δηλητήριο στη ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Όσο περισσότερες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερα είναι τα κέντρα διά των οποίων χύνει ο θάνατος το δηλητήριό του (μέσα) σ’ αυτόν.
Όταν η σφήκα κεντρίσει τον άνθρωπο, βάζει αυτός κάθε δυνατή προσπάθεια για να βγάλει το κεντρί από το σώμα του. Όταν δε τον κεντρίσει η αμαρτία – το κέντρο αυτό του θανάτου – τι πρέπει να κάμει; – Πρέπει με τη πίστη και (τη) προσευχή να επικαλεσθεί τον Αναστημένο Σωτήρα Χριστό, για να βγάλει Αυτός το κεντρί του θανάτου από τη ψυχή του. Και Αυτός σαν πολυεύσπλαχνος θα το κάμει, γιατί είναι Θεός του Ελέους και της Αγάπης. Όταν πολλές σφήκες πέσουν πάνω στο σώμα του ανθρώπου και τον τραυματίσουν πολύ με τα κέντρα τους, τότε ο άνθρωπος δηλητηριάζεται και πεθαίνει. Το ίδιο γίνεται και με τη ψυχή του ανθρώπου, όταν τη τραυματίσουν τα πολλά κέντρα των πολλών αμαρτιών. Πεθαίνει αυτός θάνατο, πού δεν έχει ανάσταση.
Νικώντας δια (μέσου) του Χριστού την αμαρτία μέσα του ο άνθρωπος, νικάει το θάνατο. Εάν περάσει μια μέρα και εσύ δεν έχεις νικήσει ούτε μια αμαρτία σου, γνώρισε ότι έγινες περισσότερο θνητός. Εάν όμως νικήσεις μια ή δυο ή τρεις αμαρτίες σου, έγινες πιο νέος, με τη νεότητα η οποία δεν γερνάει, την αθάνατη και αιώνια! Ας μη το λησμονάμε ποτέ: το να πιστεύει κανένας στον Αναστημένο Χριστό, αυτό σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς τον αγώνα ενάντια στην αμαρτία, στο κακό και στο θάνατο.
Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει «αληθώς» στον Αναστημένο Κύριο, το αποδεικνύει με το να αγωνίζεται ενάντια στην αμαρτία και στα πάθη και εάν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν αγωνίζεται, τότε είναι μάταιη η πίστη του! Γιατί, εάν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Εάν με τη πίστη στο Χριστό δεν φτάνει κανένας στην αθανασία και τη νίκη πάνω στο θάνατο, τότε σε τι (χρησιμεύει) η πίστη μας; Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Εάν δε, δεν έχουν αυτά τα δυο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει στο Χριστό; Εκείνος όμως ο οποίος δια (μέσου) της πίστης στον Αναστημένο Χριστό αγωνίζεται ενάντια σε κάθε αμαρτία του, αυτός ενισχύει βαθμιαία στον εαυτό του την αίσθηση, ότι ο Κύριος όντως αναστήθηκε, όντως άμβλυνε το κέντρο του θανάτου, όντως νίκησε το θάνατο σ’ όλα τα μέτωπα της μάχης.
Η αμαρτία βαθμιαία μικραίνει τη ψυχή του ανθρώπου, τη πλησιάζει προς το θάνατο, τη μεταβάλλει από αθάνατη σε θνητή, από άφθαρτη και απέραντη σε φθαρτή, σε πεπερασμένη. Όσο περισσότερες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο είναι θνητός. Και εάν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτό του αθάνατο, είναι φανερό ότι βρίσκεται όλος βυθισμένος στις αμαρτίες, σε σκέψεις μυωπικές, σε αισθήματα νεκρωμένα. Ο Χριστιανισμός είναι μια κλήση στον μέχρι «εσχάτης αναπνοής» αγώνα ενάντια στο θάνατο, μέχρι δηλαδή τη τελική νίκη πάνω σ’ αυτόν. Κάθε αμαρτία αποτελεί μια υποχώρηση, κάθε πάθος μια προδοσία, κάθε κακία μια ήττα.
Δεν πρέπει να διερωτιέται κανένας γιατί και οι Χριστιανοί πεθαίνουν το σωματικό θάνατο. Αυτό γίνεται, γιατί ο θάνατος του σώματος είναι μια σπορά. Σπέρνεται σώμα θνητό, λέγει ο Απόστολος Παύλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 εξ.), και βλασταίνει, αυξαίνει και γίνεται αθάνατο. Όπως ο σπόρος που σπέρνεται, έτσι και το σώμα διαλύεται, για να το ζωοποιήσει και (το) τελειοποιήσει το Άγιο Πνεύμα. Εάν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε αναστήσει το σώμα, τι όφελος θα είχε αυτό απ’ Αυτόν; Αυτός δεν θα είχε σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο. Εάν δεν ανέστησε το σώμα, τότε γιατί σαρκώθηκε, γιατί ανάλαβε το σώμα, αφού δεν του έδωσε τίποτα από τη θεότητά Του; [1].
Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, γιατί τότε να πιστεύει κανένας σ’ Αυτόν; Ομολογώ ειλικρινά, ότι εγώ ποτέ δε θα πίστευα στο Χριστό, εάν δεν είχε αναστηθεί και δεν είχε νικήσει το θάνατο, το μεγαλύτερο εχθρό μας. Αλλ’ ο Χριστός αναστήθηκε και δώρισε σε μας την αθανασία. Χωρίς αυτή την αλήθεια, ο κόσμος μας είναι μια χαώδης έκθεση απεχθών ανοησιών. Μόνο με τη ένδοξη Ανάστασή Του ο θαυμαστός Κύριος και Θεός μας, μας ελευθέρωσε από το παράλογο και την απελπισία. Γιατί χωρίς την Ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό, ούτε κάτω από τον ουρανό, τίποτα πιο παράλογο από τον κόσμο αυτό. Ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτή, δίχως αθανασία. Γι’ αυτό σ’ όλους τους κόσμους, δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπο που δεν πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού και την ανάσταση των νεκρών (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Καλόν ήν αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. 26, 24).
Στον ανθρώπινο κόσμο μας, ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο βάσανο και η πιο φρικιαστική απανθρωπιά. Η απελευθέρωση απ’ αυτό το βάσανο και απ’ αυτή την απανθρωπιά είναι ακριβώς η σωτηρία. Τέτοια σωτηρία δώρισε στο ανθρώπινο γένος μόνο ο Νικητής του θανάτου – ο Αναστημένος Θεάνθρωπος. Δια (μέσου) της Ανάστασής Του Αυτός μας αποκάλυψε όλο το μυστήριο της σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει το να εξασφαλισθεί για το σώμα και τη ψυχή αθανασία και αιώνια ζωή. Πώς (λοιπόν) κατορθώνεται αυτό; Μόνο δια (μέσου) της θεανθρώπινης ζωής, της νέας ζωής, αυτής μέσα στον Αναστημένο και για τον Αναστημένο Χριστό!
Για μας τους Χριστιανούς, η ζωή αυτή πάνω στη γη είναι σχολείο, στο οποίο μαθαίνουμε πως να εξασφαλίσουμε την αθανασία και την αιώνια ζωή. Γιατί τι όφελος έχουμε απ’ αυτή τη ζωή, εάν μ’ αυτή δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την αιώνια; Αλλά, για να αναστηθεί μαζί με το Χριστό ο άνθρωπος, πρέπει πρώτα να πεθάνει μαζί Του και να ζήσει τη ζωή του Χριστού, σαν δική του. Εάν το κάνει αυτό, τότε την μέρα της Ανάστασης θα μπορέσει μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο να πει: «Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ, σήμερον συνδοξάζομαι, χθες συνενεκρούμην, ζωοποιούμαι σήμερον, χθες συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι» [2].
Σε τέσσερες μόνο λέξεις συγκεφαλαιώνονται και τα τέσσερα Ευαγγέλια του Χριστού: Χριστός Ανέστη! – Αληθώς Ανέστη!… Σε κάθε (μια) απ’ αυτές βρίσκεται από ένα Ευαγγέλιο, και στα τέσσερα Ευαγγέλια βρίσκεται όλο το νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών και αόρατων. Και όταν τα αισθήματα του ανθρώπου και όλες οι σκέψεις του συγκεντρωθούν στη βροντή του πασχαλινού αυτού χαιρετισμού: «Χριστός Ανέστη!», τότε η χαρά της αθανασίας σείει όλα τα όντα και αυτά μέσα σε αγαλλίαση απαντούν, επιβεβαιώνεται το πασχαλινό θαύμα: Αληθώς Ανέστη!»
Ναι, αληθώς Ανέστη ο Κύριος! και μάρτυρας αυτού είσαι εσύ, μάρτυρας εγώ, μάρτυρας κάθε Χριστιανός, αρχίζοντας από τους Αγίους Απόστολους μέχρι και τη Δεύτερη Παρουσία. Γιατί μόνο η δύναμη του Αναστημένου Θεανθρώπου Χριστού μπόρεσε να δώσει, – και συνεχώς δίνει και συνεχώς θα δίνει – τη δύναμη σε κάθε Χριστιανό – από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο – να νικήσει ολόκληρο το θνητό (μέρος) και αυτό τούτο το θάνατο. Ολόκληρο το αμαρτωλό (μέρος) και αυτή τούτη την αμαρτία. Ολόκληρο το δαιμονικό (μέρος) και αυτόν τούτον τον διάβολο. Γιατί μόνο με την Ανάστασή Του ο Κύριος, κατά τον πιο πειστικό τρόπο, έδειξε και απέδειξε ότι η ζωή Του είναι αιώνια Ζωή, η αλήθεια Του, είναι αιώνια αλήθεια, η αγάπη Του είναι αιώνια αγάπη, η αγαθότητά Του είναι αιώνια αγαθότητα, η χαρά Του αιώνια χαρά. Και επίσης έδειξε και απέδειξε ότι όλα αυτά τα δίνει Αυτός, κατά την απαράμιλλη φιλανθρωπία Του, σε κάθε Χριστιανό, σ’ όλες τις εποχές.
Κοντά σ’ αυτά, δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός, όχι μόνο στο Ευαγγέλιο, αλλά ούτε σ’ ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου γένους, το οποίο να είναι μαρτυρημένο κατά τρόπο τόσο δυνατό, τόσο απρόσβλητο, τόσο αναντίρρητο, όσο η Ανάσταση του Χριστού. Αναμφίβολα ο Χριστιανισμός σ’ όλη του την ιστορική πραγματικότητα, την ιστορική του δύναμη και παντοδυναμία, θεμελιώνεται πάνω στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, δηλαδή πάνω στην αιώνια ζώσα Υπόσταση του Θεανθρώπου Χριστού. Και για τούτο μαρτυράει όλη η μακραίωνη και πάντοτε θαυματουργική ιστορία του Χριστιανισμού.
Γιατί αν υπάρχει ένα γεγονός στο οποίο θα μπορούσε να συνοψισθούν όλα τα γεγονότα, από τη ζωή του Κυρίου και των Αποστόλων και γενικά ολόκληρου του Χριστιανισμού, το γεγονός αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Επίσης, αν υπάρχει μια αλήθεια στην οποία θα μπορούσε να συνοψισθούν όλες οι Ευαγγελικές αλήθειες, η αλήθεια αυτή θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και ακόμα, εάν υπάρχει μια πραγματικότητα στην οποία θα μπορούσε να συνοψισθούν όλες οι Καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, η πραγματικότητα αυτή θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και τέλος, αν υπάρχει ένα Ευαγγελικό θαύμα στο οποίο θα μπορούσε να συνοψισθούν όλα τα Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε το θαύμα αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Γιατί μόνο μέσα στο φως της Ανάστασης του Χριστού, αναδείχνεται θαυμάσια (και) με σαφήνεια και το πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού και το έργο Του. Μόνο μέσα στην Ανάσταση του Χριστού παίρνουν τη πλήρη εξήγησή τους όλα τα θαύματα του Χριστού, όλες οι αλήθειες Του, όλα τα λόγια Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.
Μέχρι την Ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά μετά την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος όντως είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την Ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η Ανάσταση των νεκρών. Μέχρι την Ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει (τον άνθρωπο) από το θάνατο στη ζωή, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε το θάνατο και εξασφάλισε μ’ αυτό το τρόπο στους θανατωμένους ανθρώπους τη μετάβαση από το θάνατο στην Ανάσταση. Ναι, ναι, ναι: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός με την Ανάστασή Του έδειξε και απέδειξε, ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός, ο μόνος αληθινός Θεάνθρωπος σ’ όλους τους ανθρώπινους κόσμους.
Και κάτι ακόμα: χωρίς την Ανάσταση του Θεανθρώπου δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η αποστολικότητα των Αποστόλων, ούτε το μαρτύριο των Μαρτύρων ούτε η ομολογία των Ομολογητών, ούτε η αγιότητα των Αγίων, ούτε η ασκητικότητα των Ασκητών, ούτε η θαυματουργικότητα των Θαυματουργών, ούτε η πίστη των πιστευόντων, ούτε η αγάπη των αγαπώντων, ούτε η ελπίδα των ελπιζόντων, ούτε η νηστεία των νηστευόντων, ούτε η προσευχή των προσευχομένων, ούτε η πραότητα των πράων, ούτε η μετάνοια των μετανοούντων, ούτε η ευσπλαχνία των εύσπλαχνων, ούτε οποιαδήποτε χριστιανική αρετή ή άσκηση. Εάν ο Κύριος δεν είχε αναστηθεί και σαν Αναστημένος δεν είχε γεμίσει τους μαθητές Του με τη ζωοποιό δύναμη και τη θαυματουργική σοφία, ποιος θα μπορούσε αυτούς τους φοβισμένους και δραπέτες να τους συγκεντρώσει και να τους δώσει το θάρρος και τη δύναμη και τη σοφία για να μπορέσουν τόσο άφοβα και με τόση δύναμη και σοφία να κηρύττουν και να ομολογούν τον Αναστημένο Κύριο και να πηγαίνουν με τόση χαρά στο θάνατο γι’ Αυτόν; Και αν ο Αναστημένος Σωτήρας δεν τους είχε γεμίσει με τη θεία δύναμή Του και σοφία, πως θα μπορούσαν ν’ ανάψουν μέσα στο κόσμο την άσβεστη πυρκαγιά της Καινοδιαθηκικής πίστης, αυτοί οι απλοϊκοί και αγράμματοι, αμαθείς και φτωχοί άνθρωποι; Εάν η Χριστιανική πίστη δεν ήταν πίστη του Αναστημένου και κατά συνέπεια του αιώνια ζώντα και ζωποιούντα Κυρίου, ποιος θα μπορούσε να εμπνεύσει τους Μάρτυρες στον άθλο του μαρτυρίου, και τους Ομολογητές στον άθλο της ομολογίας, και τους Ασκητές στον άθλο της άσκησης και τους Ανάργυρους στον άθλο της αναργυρίας, και τους Νηστευτές στον άθλο της νηστείας και εγκράτειας, και οποιοδήποτε Χριστιανό σε οποιονδήποτε Ευαγγελικό άθλο;
Όλα αυτά είναι λοιπόν αληθινά και πραγματικά και για μένα και για σένα και για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί ο θαυμαστός και γλυκύτατος Κύριος Ιησούς, ο Αναστημένος Θεάνθρωπος, είναι η μόνη Ύπαρξη κάτω από τον ουρανό, με την οποία μπορεί ο άνθρωπος εδώ στη γη να νικήσει και το θάνατο και την αμαρτία και τον διάβολο, και να κατασταθεί μακάριος και αθάνατος, συμμέτοχος στην Αιώνια Βασιλεία της Αγάπης του Χριστού… Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη ο Αναστημένος Κύριος είναι τα πάντα, μέσα στα πάντα, για όλους τους κόσμους: Ό,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθεια μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.
– Γι’ αυτό και «πάλι και πολλάκις», και αναρίθμητες φορές: Χριστός Ανέστη!
Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

«Θανάτω θάνατον πατήσας»Γέροντας Χριστοφόρος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου


Η Ανάσταση του Χριστού είναι το πιο συγκλονιστικό από όλα τα γεγονότα στην ανθρώπινη ιστορία, επειδή ο θάνατος είναι η πιο μεγάλη τραγωδία της ανθρωπίνης υπάρξεως. Αλλά θάνατος δεν είναι μόνον ο βιολογικός. Είναι και ο υπαρξιακός, ο κοινωνικός, ο εθνικός, και κυρίως ο πνευματικός θάνατος. Στην προσωπική μας ιστορία υπάρχουν στιγμές, τις οποίες χωρίς Χριστό τις βιώνουμε ως υπαρξιακό θάνατο.
Με την Ανάστασί Του ο Χριστός κατενίκησε τον θάνατο (Ρωμ. στ’ 9). Κατανικά όμως και όλους τους δικούς μας θανάτους, οσάκις η Ζωή Του γίνεται δική μας ζωή διά της Αναστάσεως (Β’ Κορ. δ’ 10-11). Σε όλους αυτούς τους θανάτους ο Χριστός απαντά με τον μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο, αναστάς εκ των νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας.
ger.xristoforos1
Μέσα στο Φως της Αναστάσεως του Χριστού δεν υπάρχει απελπισία, αδιέξοδο, κατάρρευσις. Τα πάντα ζωοποιούνται, γίνονται καινά. Και ο ίδιος ο θάνατος, από διαδικασία φθοράς γίνεται εφαλτήριον ζωής. Όπως έλεγε ο σεβαστός μας Γέροντας, Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης: «Τί θα ήταν ο κόσμος χωρίς τον Αναστάντα Χριστόν και την Ανάστασι που περιμένουμε να μας χαρίση; Ένα απέραντο νεκροταφείο. Και εμείς τι θα είμεθα; Μελλοθάνατοι που περιμένουμε την σειρά μας να σβήσουμε και να εξαφανισθούμε. Κανένα νόημα δεν θα είχε η ζωή, κανένα σκοπό. Πολύ σωστά είπε ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς, ότι δεν θα επίστευε εις τον Χριστόν, εάν ο Χριστός δεν είχε νικήσει τον θάνατον».
Οι διηγήσεις των αγίων Ευαγγελιστών και η εκκλησιαστική Υμνολογία μας παραδίδουν ότι ο Χριστός εβάδισε εκουσίως προς το Πάθος, αλλά οι Μαθηταί Του δεν το είχαν καταλάβει. Οι ώρες του Πάθους δεν τους ήταν καιρός πρόσφορος για αισιόδοξες σκέψεις και προσδοκίες. Θλίψις και φόβος τους συνείχαν, δικαιολογημένα. Μόνο μετά την Ανάστασι ανεθάρρησαν οι Μαθηταί. «Εχάρησαν ουν οι Μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» ( Ιω. κ’ 20).
Και οι ώρες των ιδικών μας καθημερινών θανάτων, των πειρασμών, των αδιεξόδων, των αποτυχιών, δεν είναι εύκολες ώρες. Δεν βρίσκουμε τον εαυτό μας τότε έτοιμο για αισιοδοξία. Συνήθως τα συναισθήματα μας, οι λογισμοί μας και τα θελήματά μας δεν είναι ευχάριστα, και κυρίως δεν είναι θεάρεστα και δεν μας βοηθούν να ζήσουμε τήν χαρά της κοινωνίας με τον Θεό, την χαρά της κοινωνίας μεταξύ μας, την χαρά της κοινωνίας με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Στις δύσκολες αυτές ώρες έχουμε υποδείγματα ζωής τους Αγίους μας, οι οποίοι ως υιοί της Αναστάσεως γεύθηκαν τους καρπούς της και έγιναν στην συνέχεια αδιάψευστοι μάρτυρές της. Από την εμπειρία των Αγίων μας μαθαίνουμε ότι η εκούσια συμπόρευσις με τον Χριστό προς το Πάθος είναι το εχέγγυο για την συνανάστασι μαζί Του. Εάν από αγάπη για τον Χριστό σηκώσουμε εκουσίως και με υπομονή τους καθημερινούς μας θανάτους, αυτοί γίνονται ευκαιρίες και οδοί προς την εν Χριστώ ανάστασί μας. «Εί γάρ συναπεθάνομεν, και συζήσομεν εί υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν εί αρνησόμεθα, κακείνος αρνήσεται ημάς· εί απιστούμεν, εκείνος πιστός μένει, αρνήσασθαι γάρ εαυτόν ού δύναται» (Β’ Τιμ. β’ 12-13). Τότε η χαρά και η ειρήνη της Αναστάσεως θα είναι αναφαίρετα δώρα του Χριστού, που θα μας συνοδεύουν στην πρόσκαιρη ζωή μας και στην αιωνιότητα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το τονίζει αυτό στην περίφημη επιστολή του Προς την σεμνότατη Μοναχή Ξένη.
Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που η Πατρίδα μας ανεβαίνει στον πιο πρόσφατο Γολγοθά της. Οι περισσότεροι αδελφοί μας υποφέρουν από τις συνέπειες της ποικιλώνυμης κρίσεως. Πολλοί έχασαν το γέλιο, την χαρά, την γαλήνη, την αισιοδοξία, τα όνειρα, τις προσδοκίες. Γέμισε η ατμόσφαιρα από κατήφεια, λύπη, απογοήτευσι και οργή. Αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζή έτσι. Αναζητεί διεξόδους. Ιδίως οι νέοι.
Ας ρίξουμε και εφέτος το βλέμμα μας στον Αναστάντα Χριστό. Θα αντιληφθούμε ότι Αυτός είναι η λύσις του προβλήματος. Ο Αναστάς Κύριος φέρνει την αληθινή ειρήνη στις καρδιές και την αληθινή χαρά στα πρόσωπά μας. Όπως έλεγε ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης: «Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς, του φωτός του αληθινού. Ο Χριστός είναι το πάν».
Μάλιστα. Το πάν είναι ο Χριστός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, της Ορθοδόξου Παραδόσεώς μας, ο Χριστός των αγίων Πατέρων μας, των Ομολογητών και των Οσίων, ο Χριστός που τώρα εκδιώκεται από την δύσμοιρη Πατρίδα μας με τον διαθρησκειακό συγκρητισμό στα νέα σχολικά προγράμματα με την κατάργησι της Κυριακής αργίας, με την ψήφισι αντιευαγγελικών νομοθετημάτων, με την ίδρυσι Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, θέματα που κάνουν πιο μακρύ και πιο οδυνηρό τον θρήνο του Γένους, και το «εάλω η Πόλις» ένα θρηνητικό τραγούδι που δεν λέει να τελειώση ακόμη.
Όμως ο ευσεβής λαός μας δεν έχει απεμπολήσει τον Χριστό. Αντιστέκεται στις μεθοδείες των εχθρών της ελληνορθοδόξου ταυτότητάς του. Μένει πιστός σε ό,τι παρέλαβε από τούς αγίους διδασκάλους της Εκκλησίας και του Γένους. Πιστεύει, ελπίζει και υπομένει. Τον τελευταίο λόγο δεν έχει ο θάνατος, αλλά η Ζωή.
Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!
Αρχιμανδρίτης ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
Καθηγούμενος Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου
Πηγή: Περιοδικό Ορθόδοξη μαρτυρία

Το Πάσχα του Κυρίου - Γιορτή χαράς, ειρήνης και Αναστάσεως

Το λαμπρό μήνυμα της Αναστάσεως του Κυρίου είναι παρόν στις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας καθ’ όλη τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους, αφού κάθε Κυριακή είναι ένα μικρό Πάσχα. Η Ημέρα της Αναστάσεως είναι η γιορτή της νίκης του Χριστού, την οποία μας υπενθυμίζουν οι λέξεις του κοντακίου που ενισχύουν την πίστη μας: «Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος. Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν».
Το μήνυμα της γιορτής της νίκης του Σωτήρος δεν περιορίζεται μόνο στις Κυριακές και στην περίοδο του Πάσχα, αλλά μεταφέρεται καθημερινά σε όλο τον χρόνο. Υπό αυτή την έννοια η προτροπή του Αναστάντα Κυρίου στις μυρχαφόρους γυναίκες «χαίρετε!» έχει όλους μας ως αποδέκτες. Το Πάσχα του Κυρίου, η Ανάσταση του Χριστού, είναι η νίκη της ζωής και της Θείας Αγάπης. Να χαιρόμαστε λοιπόν με τον τρόπο μυρχαφόρων για αυτό το μήνυμα, που μας δίνει παρηγοριά και χαλυβδώνει την πίστη μας.
Το Πασχαλινό κοντάκιο μας εξιστορεί και για την ειρήνη, την οποία - θανάτω θάνατον πατήσας ο Χριστός, ο Θεός, χάρισε στους Αγίους Αποστόλους και μέσω αυτών και σε εμάς, οι οποίοι εορτάζουμε τη μεγάλη γιορτή της Αναστάσεως του Σωτήρος. Αυτή η Ειρήνη στην οποία  αναφέρεται η Εκκλησιαστική ψαλμωδία, είναι η πίστη και βεβαιότητα, ότι ο Ιησούς ζει και Αυτός είναι Κύριος και Βασιλεύς της ζωής μας, αυτός ο οποίος είναι ο νικητής του θανάτου και του Κακού. Αυτός ο Σωτήρας μας έχει πει: «Φεύγω και σας αφήνω την ειρήνη. Τη δική μου ειρήνη σας δίνω, δεν σας τη δίνω όπως τη δίνει ο κόσμος”(Ιωάνν. 14:27). Η τήρηση του θελήματος του Σωτήρος μας προσφέρει την εσωτερική ειρήνη και φέρνει ηρεμία στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Με το θάνατό Του, τις δυνάμεις του Άδη πατήσας, ο Χριστός ο Θεός φέρνει την ανάσταση σε όλους τους πεσόντες. Αυτός σημαίνει την καινούργια αρχή και τη θεία υποστήριξη στους πλανημένους από αμαρτία ανθρώπους. Ο νικητής του θανάτου λέει σε αυτούς: Χαίρετε!
Εύχομαι σε όλους σας τη χαρά της εορτής της Αναστάσεως του Σωτήρος και την ειρήνη, που αυτή φέρνει.
Μετά βαθυτάτου σεβασμού και πολλής της εν Χριστώ Αναστάντι αγάπης,
Ο Αρσένιος - Μητροπολίτης Κούοπιο και Καρελίας

Ο νικητής του θανάτου και το αναστημένο του σώμα ανοίγει την οδό προς την αθανασία







Φως ενός άλλου κόσμου καταυγάζει την αποψινή νύκτα. Φως προερχόμενο από την χώρα των ζώντων. Νεκρό έσπευσαν να τον τιμήσουν οι Μυροφόρες και επέστρεψαν έμπλεες χαράς από την διαβεβαίωση του Αγγέλου:

«Αυτός που ζητείτε ανέστη! Δεν έχει θέση ο ζωντανός μεταξύ των νεκρών».

Συνοδοιπόροι των Μυροφόρων υπήρξαμε και εμείς. Μέχρι χθες βρισκόμασταν ενώπιον νεκρού, από θάνατο επώδυνο και επονείδιστο.  Και αν δεν βρεθήκαμε στον Γολγοθά κατά τη φοβερή εκείνη ώρα, γνωρίζουμε καλά το σκότος που σκέπασε την γη κατά την στιγμή του «τετέλεσται». Είναι το ίδιο σκοτάδι που σκιάζει και την σημερινή ανθρωπότητα. Είναι ο ίδιος τρόμος που συνθλίβει τον σημερινό εξουθενωμένο και απελπισμένο άνθρωπο.

Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, ακολουθήσαμε το άδικο και φρικτό μαρτύριο του Χριστού μας. Κι αν δεν βρεθήκαμε στο πραιτόριο, γνωρίζουμε καλά την οδύνη και την μοναξιά Του. Είναι το ίδιο διαχρονικό ανθρώπινο μαρτύριο, το προερχόμενο, όμως, από τα δίκαια αποτελέσματα της εγωπάθειας και της απιστίας μας.

Οικεία μας είναι και η απελπισία των Μαθητών ενώπιον του καθημαγμένου Διδασκάλου τους, κατά την ώρα της αποκαθηλώσεως. Ο φόβος της οριστικής κατάρρευσης των πάντων χτυπά την πόρτα και της δικής μας ψυχής, που γίνεται, όλο και συχνότερα,  περίλυπη έως θανάτου (Ματθ. 26,38).

Απόψε, όμως, το πένθος και η ψυχική κατάρρευση της ανθρωπότητας δίνει τη θέση της στην ανέκφραστη χαρά και στην ακλόνητη ελπίδα. Ο θάνατος φάνηκε να καταβάλλει το άχραντο σώμα του Θεανθρώπου, ενώπιόν μας, όμως, βρίσκεται ο νικητής του θανάτου και το αναστημένο Του σώμα ανοίγει την οδό προς την αθανασία. Από το κενό μνημείο Του αναβλύζει συγχώρηση και άφατη χαρά.

Σήμερα απολαμβάνουμε τον πλούτο της αναστάσιμης δωρεάς. Σήμερα η ζωή φανερώνεται στις αληθινές της διαστάσεις και ο θάνατος αποκαλύπτεται όσο ποτέ αταίριαστος με την φύση μας και συντετριμμένος από τον Ζωοδότη Κύριο. Προς Αυτόν, έμπλεοι ευγνωμοσύνης, ας σπεύσουμε να αναγνωρίσουμε το μεγαλείο Του και ας Τον δοξάσουμε μαζί με τον μελωδό:

«Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον Αναστάντι σοι. συνεσταυρούμην σοι χθες, αυτός με συνδόξασον Σωτήρ, εν τη βασιλεία σου».

Η δόξα της Εκκλησίας Του είναι οι πληγές της αγάπης Του για τον κόσμο. Την δόξα της θυσίας Του αναζητούμε και εμείς. Τον δρόμο της φιλανθρωπίας Του καλούμεθα να βαδίσουμε. Διατηρούμε τον σύνδεσμο μαζί Του, διατηρούμε την ενότητα μεταξύ μας και αποκαλύπτουμε στον κόσμο με τη ζωή και τον λόγο μας την Θεϊκή ευσπλαχνία και την επουράνια φιλανθρωπία. Τον δικό Του δρόμο βαδίζουμε, το δικό Του έργο αναλαμβάνουμε. Έργο καταλλαγής μεταξύ των αντιθέσεων, έργο αποδοχής του διαφορετικού, έργο απάντησης στο αίτημα της ανθρωπότητας για ειρήνη και δικαιοσύνη. Ζώντας την Ανάσταση, κρατάμε ζωντανή την ελπίδα του κόσμου και  αποδεχόμενοι το φως του κενού Του μνημείου, μεταβαλλόμεθα σε μάρτυρες ελπίδας και διαβεβαιώνουμε έναν κόσμο «καθήμενον εν σκότει»: «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν. Και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των πατέρων θεόν και υπερένδοξον».

Ο γέροντας Πορφύριος συμβούλευε, σε κάθε λύπη, σε κάθε πειρασμό, αυτόν τον ύμνο να φέρνουμε στον νου μας και να θυμίζουμε στον εαυτό μας, πως θάνατος και λύπη, πλέον, δεν υπάρχουν, διότι  ο Αίτιος της χαράς βρίσκεται ανάμεσά μας και μας καλεί να πολιτογραφηθούμε πολίτες μιας νέας πολιτείας, μίας νέας ζωής. Αυτής της άλλης, της αναστάσιμης βιωτής την απαρχή, εορτάζομε σήμερα. Ελάτε, λοιπόν αδελφοί μου. «Αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή».

Μετά θερμών  πασχαλίων  ευχών  και  της  εν  Χριστώ Αναστάντι αγάπης,

Ομιλία για τον Νικητή του θανάτου Ζωοδότη Χριστό

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ 1. Ἡ χαρά ὅλων νικᾶ κάθε θάνατο


Μέ τήν εὐλογία καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ ἤρθαμε ὅλοι σήμερα στήν ἁγία Ἐκκλησία νά τιμήσουμε καί νά δοξάσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Καί νά τόν παρακαλέσουμε, ὅλοι μαζί, γιά τή σωτηρία μας καί ὁ καθένας χωριστά γιά τά προσωπικά του αἰτήματα. Καί εἴθε νά δεχθεῖ τήν προσευχή μας καί νά μᾶς εἰσακούσει σέ ὅ,τι ποθοῦμε καί σέ ὅ,τι τοῦ ζητᾶμε, κατά τήν ἁγία αὐτή ἡμέρα. Καί ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας νά μᾶς εἰσακούει, ὁ εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Γιά τόν ὁποῖο ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς λέγει:
«Ἡ πάντων χαρά, Χριστός ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις».
Ὁ Χριστός εἶναι «ἡ πάντων χαρά, ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση τοῦ κόσμου». Καί ἦλθε στόν κόσμο ἐπίτηδες γιά νά μᾶς δείξει, τί θέλει νά κάνει γιά μᾶς καί ποῦ θέλει νά μᾶς ἀνυψώσει. Ποῦ θέλει νά μᾶς ὁδηγήσει. Τί θέλει νά μᾶς δώσει. Πόσο μᾶς ἀγαπάει.

Εἶναι δυνατόν νά φανταστεῖ κανείς, ἀγάπη μεγαλύτερη ἀπό τό νά σταυρώνεται κάποιος γι’ αὐτόν; Ὁ μόνος πού σταυρώθηκε γιά μᾶς εἶναι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό κάθε κακό. Νά μᾶς βοηθήσει νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό κάθε κακό. «Γέγονε», λέει τό ἴδιο τροπάριο «τύπος ἀναστάσεως, πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν».
Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει δύο εἰδῶν «θάνατος». Ὁ ἕνας εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σώματος. Μισητό πράγμα. Κανένας δέν τόν θέλει. Τό πιό λυπηρό πράγμα· ὅταν χάνουμε ὁποιονδήποτε δικό μας ἄνθρωπο. Στενοχωρούμεθα περισσότερο ἀπό τό ὅτι νἄχε καταστραφεῖ τό σπίτι μας, ἡ περιουσία μας ὁλόκληρη. Πολύ περισσότερο, δέν ἔχει πιά ἀξία τίποτε ἀπό τά δικά μας, ὅταν πεθαίνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. «Ἐπελθών ὁ θάνατος», λέει ἕνα τροπάριο τῆς κηδείας, «ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Ὅταν ἔλθη ὁ θάνατος εἶχες, δέν εἶχες, ὑπάρχουν δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο, πάψανε νά ἔχουν πιά καμία ἀξία. Μηδέν γίνανε.
Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος θάνατος. Πού εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς. Καί αὐτός εἶναι χειρότερος ἀπό τόν θάνατο τοῦ σώματος. Γιατί ὁ θάνατος τοῦ σώματος σημαίνει: τελείωσε τό σῶμα, ἀλλά ζεῖ ἡ ψυχή κοντά στό Θεό. Καί ζεῖ, τή ζωή τήν αἰώνια. Καί στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πού εἶναι χιλιάδες φορές καλύτερη ἀπό τή ζωή αὐτή.
Γιά φαντασθεῖτε ὅμως ἀδελφοί, ὅταν πεθάνει ἡ ψυχή, καί πεθάνει τόν αἰώνιο θάνατο, δηλαδή καταδικαστεῖ στήν αἰώνια κόλαση, νά βασανίζεται αἰώνια, κατάσταση ἀπό θάνατο χειρότερη, γιά φανταστεῖτε πόσο μεγάλο εἶναι τό κακό. Καί ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τόν θάνατο καί τοῦ σώματος καί τῆς ἁμαρτίας. Καί τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.
2. Τό πιστοποιητικό τῆς ἀνάστασης
Κάποια ἡμέρα, λέει τό Εὐαγγέλιο, ἐνῶ καθόταν ὁ Χριστός μαζί μέ τούς μαθητές του, εἶπε ὁ ἴδιος:
—Πᾶμε τώρα νά ἰδοῦμε τόν Λάζαρο. Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας εἶναι ἄρρωστος.
—Ἔ, καί ἄν εἶναι ἄρρωστος, θά γίνει καλά», τοῦ εἶπαν.
—Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας» λέει «κεκοίμηται», κοιμήθηκε.
—Χριστέ μου, τοῦ λένε οἱ μαθητές, ἅμα κοιμήθηκε θά σηκωθεῖ ὅπως σηκώνονται οἱ ἄνθρωποι. Κοιμοῦνται καί σηκώνονται».
—Δέν καταλάβατε τί σᾶς λέω. Κοιμήθηκε σημαίνει πέθανε. Τόν χάσαμε τόν Λάζαρο. Ἀλλά πᾶμε νά τόν ξυπνήσομε. Πᾶμε.
Σηκώθηκαν λοιπόν καί φτάσανε στήν Βηθανίαν. Ὁ Λάζαρος εἶχε πεθάνει τέσσερες ἡμέρες. Τόν εἶχαν θάψει καί ἦταν τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος.
Συνήθως, τήν πρώτη ἡμέρα, ὁ πεθαμένος κρατάει, δέν κρατάει.
Τήν δεύτερη ἡμέρα δέν κρατάει. Βρωμᾶ.
Τήν τρίτη ἡμέρα, δέν μπορεῖ νά πλησιάσει ἄνθρωπος.
Καί τήν τέταρτη... φεύγετε νά φεύγομε.
Οἱ Ἑβραῖοι, εἶχαν μιά συνήθεια. Ὅταν ἔθαβαν ἄνθρωπο, τήν πρώτη, δεύτερη, τρίτη ἡμέρα, ὅσες ἄντεχαν, ἄνοιγαν τόν τάφο, τόν σκέπαζαν πρόχειρα βέβαια στήν ἀρχή, καί κάθονταν καί τόν μοιρολογοῦσαν μερικές ἡμέρες. Μέχρι πού ἡ βρώμα ἦταν τέτοια πιά, πού δέν ἄντεχαν νά σταθοῦν ἐκεῖ μέ κανένα τρόπο. Τίς πρῶτες ἡμέρες, δεύτερη καί τρίτη ἡμέρα, γιά νά σταθοῦν λίγο γύρω του καί νά μοιρολογήσουν, ἔριχναν ἀρώματα ἐπάνω του. Νά κόβουν τήν βρώμα. Ἀλλά τί νά κάνουν τά ἀρώματα, μπροστά στή βρώμα τοῦ ψοφιμιοῦ; Θά ἔχει τύχει νά ἀκούσετε: «Ψοφίμι, τί φοβερή βρώμα πού βγάζει». Τότε ἔκλειναν τόν τάφο μία γιά πάντα. Καί ἔφευγαν.
Ἔφτασε ὁ Χριστός στή Βηθανία καί τόν ὑποδέχθηκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία.
—Κύριε, ἄν ἤσουνα ἐδῶ, δέν θά πέθαινε ὁ ἀδελφός μου, τοῦ λέει.
—Μή φοβᾶσαι, ἀπαντᾶ ὁ Χριστός, «ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Θά σηκωθεῖ.
Τοῦ λέει ἡ Μαρία.
—Κύριε, ἐγώ τό πιστεύω ὅτι θά σηκωθοῦμε ὅλοι καί θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι, τήν ἡμέρα τοῦ τέλους τοῦ κόσμου. Ὅταν θά τελειώσει ὁ κόσμος αὐτός, θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι.
—Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή, λέει ὁ Χριστός. Ἀπό μένα ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάσταση. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, δέν θά δεῖ θάνατο. Ἀλλά ἐγώ θά τόν ἀναστήσω τήν ἡμέρα ἐκείνη. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, καί ἄν πεθάνει ἀκόμη, ἐγώ θά τοῦ δώσω ζωή.
Πῆγαν στόν τάφο καί λέει ὁ Χριστός:
—Ἀνοῖχτε τόν τάφο. Ἀνοῖχτε τον.
Πέφτουν ἐπάνω του.
—Μή Χριστέ μου, δέν ἀντέχει πιά ἄνθρωπος νά σταθεῖ κοντά του. Τέσσερες ἡμέρες εἶναι πεθαμένος. Μυρίζει, ἔχει βρωμίσει φοβερά βρωμάει.
Ἀλλά ὁ Χριστός ἐπέμεινε:
—Ἀνοῖξτε τόν τάφο.
Καί ἀνοίγοντας τόν τάφο, φώναξε:
—Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Ἔλα ἔξω.
Καί βγῆκε ὁ πεθαμένος. Πῶς βγῆκε;
Ἐμεῖς τούς βάζουμε τούς πεθαμένους στόν τάφο μέ τά ροῦχα τους. Τήν παλαιά ἐποχή οἱ Ἑβραῖοι τούς φάσκιωναν, ὅπως φασκιώναν τήν παλαιά ἐποχή τά μωρά παιδάκια. Χέρια καί πόδια. Γιά φανταστεῖτε... Χέρια καί πόδια φασκιωμένα, καί ὅταν διάταξε ὁ Χριστός ὁ Λάζαρος βγῆκε ἔξω.
Πῶς περπάτησε; Μέ τί πόδια περπάτησε, πού ἦταν φασκιωμένα;
Ὅταν διατάζει ὁ Χριστός πρέπει ὅλα νά γίνονται. Εἴτε εἶσαι δεμένος, εἴτε εἶσαι λυτός, πρέπει νά ἀνταποκρίνεσαι στήν ἐντολή του. Ὅτι ἐμπόδιο καί ἄν αἰσθάνεσαι, πρέπει νά τό ξεπερνᾶς, γιά νά ἐκτελέσεις τήν ἁγία ἐντολή του. Καί ὁ Λάζαρος, τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος, ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποῦ τήν ἄκουσε; Ποιός τήν ἄκουσε;
Τό σῶμα τό πεθαμένο καί τό διαλυμένο, τό βρωμισμένο;
Ἡ ψυχή του τήν ἄκουσε, πού ἦταν στόν Ἅδη.
Καί ξαναγύρισε καί μπῆκε μέσα στό σῶμα του καί τό σῶμα ἀπό ὑπακοή στό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πῆρε δύναμη καί δεμένο, περπάτησε καί βγῆκε ἔξω.
Καί ὅταν βγῆκε ἔξω καί πῆγε κοντά στόν Χριστό, τότε διάταξε ὁ Χριστός καί εἶπε: «Λύσατε αὐτόν. Τώρα λύστε τον, καί ἀφεῖστε τον νά περπατάει φυσιολογικά. Λύσατε αὐτόν καί ἄφετε αὐτόν ὑπάγειν». Περπάτησε, μέ τήν δύναμη τῆς ὑπακοῆς στόν ἅγιο λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖνος ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ἀναστήθηκε. Γιατί ἀναστήθηκε;
Λέει τό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν, πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον». Γιά νά δώσεις πιστοποιητικό, Χριστέ μου, ὅτι κάποια ἡμέρα θά ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσο καί ἄν ἔχουν βρωμίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν διαλυθεῖ, ὅσο καί ἄν ἔχουν σαπίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν σβύσει καί δέν ὑπάρχει πιά οὔτε κοκκαλάκι τους. Ὅταν θά δώσεις ἐντολή, θά γυρίσουν πάλι στή ζωή. Καί θά ἀναστηθοῦνε μέ τά σώματά τους καί θά κληρονομήσουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί μέ τά σώματά τους. Γιατί καί τό σῶμα ἐκοπίασε.
Ποῦ κοπίασε; Νά ποῦμε ἕνα ἁπλό παράδειγμα.
Στήν ὀρθοστασία μέσα στήν Ἐκκλησία.
Στίς γονυκλισίες, γιά τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ μας.
Στήν νηστεία γιά τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ.
Στά καλά ἔργα μέ τά χέρια.
Στά καλά λόγια μέ τό στόμα, γιά τήν δοξολογία τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἔπαινο καί γιά τήν παρηγορία τῶν ἀνθρώπων καί γιά ὁποιοδήποτε ἄλλο καλό.
Τά πόδια κοπίασαν γιά νά τρέχουν πάντα στό καλό καί ὅλο τό σῶμα γιά νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό σῶμα θά δοξασθεῖ καί θά ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καί χιλιαπλάσια ἀπό αὐτά πού ἄφησε καί στερήθηκε γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ὑπακοή εἰς τό ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πιστοποιητικό ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πού βρώμαγε καί ἦταν σάπιος, ὅτι θά ὑπάρξει καί θά γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
3. Τύπος τῆς πνευματικῆς ἀνάστασης
Ἀλλά ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἦταν καί τύπος τῆς ἀνάστασης ἀπό τόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Ἕνας βρωμισμένος ἄνθρωπος, σηκώνεται καί βγαίνει ἔξω. Ἕνας δεμένος ἄνθρωπος σηκώνεται καί βγαίνει ἀπό τόν τάφο. Ἔτσι εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας. Βρώμικη ψυχή. Καί δεμένη ψυχή. Ἀπό τί δεμένη; Ἀπό τά πάθη. Χειρότερα δεσμά καί χειρότερη δουλεία ἀπό τά πάθη δέν ὑπάρχει.
Νά πάρουμε τό σύγχρονο πάθος, τῶν ναρκωτικῶν. Τό ξέρει ὁ ἄνθρωπος ὅτι θά διαλυθεῖ καί θά πεθάνει. Τό ξέρει ὅτι ἔχει μπεῖ στό χαμό καί στόν ὄλεθρο. Καί πίσω δέν κάνει. Γιατί; Γιατί τόν ἔχει δέσει τό πάθος του. Χειροπόδαρα. Δεμένος. Δοῦλος. Καί πεθαμένος.
Τί βγάζει ἡ ψυχή του; Βρώμα βγάζει. Δυσωδία βγάζει. Γιατί ἀδελφοί μου; Ὅλα του τά ἔργα, ὅλες του οἱ κινήσεις, ὅλη του ἡ συμπεριφορά πρός τούς δικούς του, πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους, εἶναι βρώμα. Νά βρεῖ, νά πάρει, νά ἀποκτήσει, γιά νά πάρει μία πρέζα πού τόν ὁδηγεῖ στό θάνατο. Κλέβει τόν πατέρα του, κλέβει τήν μάνα του, κλέβει τήν ἀδελφή του κτλ.
Ἀνάλογα πράγματα εἶναι ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία.
Ἀνάλογα πράγματα εἶναι καί οἱ ἄλλες ἁμαρτίες πού δέν φαίνεται μέν ἡ βρώμα, τί βρώμα προκαλοῦν στήν ψυχή, ἀλλά τήν αἰσθάνονται, οἱ ἅγιοι καί οἱ ἄγγελοι καί προπαντός τήν αἰσθάνεται Ἐκεῖνος πού ἦλθε γιά νά σκορπίσει τήν εὐωδία του στόν κόσμο, καθαρίζοντάς μας ἀπό τήν βρώμα τῆς ἁμαρτίας. Καί μᾶς λέει: «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε», αὐτή εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε, βρώμικοι ἄνθρωποι, μέ βρωμισμένη ψυχή καί δεμένοι μέ τά πάθη χειροπόδαρα, ἀκοῦστε τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Καί βάλτε δύναμη, πᾶρτε ἀπόφαση καί περπατᾶτε μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ νά περπατήσετε. Ὄχι μέ τήν δική σας. Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ θά σᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό κακό, ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό τόν θάνατο».
Γι' αὐτό, ὅταν πηγαίνει ἕνας ἄνθρωπος νά ἐξομολογηθεῖ, ὅταν ἀρχίζει νά μετανιώνει, νά διορθώνεται, νά ἐγκαταλείπει τό κακό, τί λέμε;
«Τόν ἔλυσε, τόν ἔλυσε. Πῆγε στόν παπά καί τόν ἔλυσε». Τοῦ ἔλυσε τά χέρια καί τά πόδια. Τοῦ ἔδωκε τήν εἰρήνη καί τήν γαλήνη τῆς ψυχῆς. Τόν ἐκαθάρισε καί τόν ἔκανε πάλι ὑγιή ἄνθρωπο.
4. Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι «καμάρι»
Μετά ἀπό αὐτό τό μεγάλο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου μέ τό διπλό μήνυμα, γιά τό σῶμα καί γιά τήν ψυχή, πῆγε ὁ Χριστός στήν Ἱερουσαλήμ. Καί μπῆκε στήν Ἱερουσαλήμ καβάλα σέ ἕνα γαϊδουράκι. Μαζεύτηκε ὁ κόσμος πού εἶχε μάθει ὅτι ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί χειροκροτοῦσε, κρατοῦσαν βάγια στά χέρια τους, σύμβολα τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἔστρωναν τά ροῦχα τους κάτω, γιά νά πατήσει τό γαϊδούρι πού βάσταζε ἐπάνω τόν Χριστό καί τόν χειροκροτοῦσαν καί ἐφώναζαν: «Ὡσανά, Υἱέ Δαυΐδ. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τό «Ὡσανά», σημαίνει «Σῶσε μας Χριστέ μου. Σῶσε μας Υἱέ τοῦ Δαυΐδ. Ἐσύ εἶσαι πού νικᾶς τόν θάνατο. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χειρότερος ἐχθρός μας. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ἀκόμη χειρότερος. Ἐλευθέρωσέ μας, ἀπό τά κακά πού μᾶς βασανίζουν. Δῶσε εἰρήνη καί γαλήνη στή ζωή μας. Ἀξίωσέ μας τῆς Βασιλείας σου».
Αὐτά φώναζαν οἱ ἄνθρωποι. Καί τόν δοξολογοῦσαν σάν Βασιλέα τοῦ κόσμου.
Καί ὁ Βασιλιάς τοῦ κόσμου καθόταν σέ ἕνα γαϊδουράκι, γιατί ἤθελε νά μᾶς πεῖ: «Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τό καμάρι. Δέν εἶναι ἡ φιλοδοξία. Δέν εἶναι ὁ ἐγωισμός. Ἀλλά εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ καλωσύνη, ἡ ἀγάπη, ἡ συμπόνια». Ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς συμπόνεσε καί ἔδειξε στόν κόσμο ὅλο τήν συμπόνια καί τήν καλωσύνη του, ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση νά ξεχνᾶμε τόν ἑαυτό μας. Νά παραμερίζουμε τόν κακό ἑαυτό μας, τίς κακές μας ἐπιθυμίες καί διαθέσεις καί νά γεμίζουμε τήν καρδιά μας μέ τήν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη, ἡ καλωσύνη του, ἡ συγχώρησή του γιά ὅλους τούς ἐχθρούς του καί ὅλες οἱ ἄλλες ἅγιες ἀρετές πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἄγγελο.
5. Τό μύρο τῆς Μαρίας καί τό δικό μας
Ἀφοῦ ἔγινε ἡ εἴσοδος εἰς τήν Ἱερουσαλήμ μᾶς λέγει τό Εὐαγγέλιο, πῆγε ὁ Χριστός σέ κάποιο σπίτι. Ἐκεῖ πῆγε καί τόν βρῆκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία εἶχε μαζί της ἕνα βαζάκι μέ ἕνα λίτρο μύρο, πολύτιμο ἄρωμα. Καί σήμερα εἶναι πολύ ἀκριβά. Τότε ἦταν πανάκριβα. Γιατί δέν ἦταν τόσο εὔκολο νά τά φτειάξουν, δέν ὑπῆρχαν τέτοια ἐργοστάσια πού ἔχουμε σήμερα. Ὅπως καί τότε καί τά ροῦχα ἦταν πανάκριβα. Θυμοῦνται οἱ μεγελύτεροι, ὅτι πρίν ἀπό τό «σαράντα» εἴμαστε ὅλοι μέ μπαλωμένα ροῦχα καί ξυπόλητοι. Σήμερα δόξᾳ τῷ Θεῷ, ἔχουμε ὅλοι καί ροῦχα καί παπούτσια. Τότε, στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀκόμη πιό φτωχοί οἱ ἄνθρωποι.
Καί τό λίτρο τοῦ μύρου ἦταν πανάκριβο.
Ἀλλά ἡ Μαρία δέν σκέφτηκε τήν δαπάνη. Γιατί ἤθελε νά πεῖ ἕνα «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό πού ἀνέστησε τόν Λάζαρο, τόν ἀδελφό της, ἀπό τόν θάνατο. Τί εἴπαμε στήν ἀρχή; «Θάνατος ἀνθρώπου; Καλύτερα νά εἶχε γκρεμίσει τό σπίτι, καλύτερα νά εἶχαν ψοφήσει τά ζῶα ὅλα, καλύτερα νά εἶχαν καταστραφεῖ τά χωράφια, παρά θάνατος ἀνθρώπου. Καί μάλιστα ἀγαπητοῦ μας καί δικοῦ μας ἀνθρώπου, τοῦ ἀδελφοῦ μας».
Καί ἔτσι λοιπόν γιά νά τόν εὐχαριστήσει ἡ Μαρία τόν Χριστό, ἔχυσε τό μύρο ἐκεῖνο στά πόδια του, καί τοῦ τά ἔπλυνε μέ μύρο, γιά νά τοῦ πεῖ: «εὐχαριστῶ».
Ἐρώτημα τώρα. Ἐμεῖς τί κάνουμε γιά νά ποῦμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό; Τί κάνουμε γιά νά λέμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό γιά κεῖνα πού ἔκανε γιά μᾶς;
Ἔγιναν βέβαια λίγο παλαιά. Περίπου δυό χιλιάδες χρόνια πᾶνε, ἀλλά καί γιά μᾶς τά ἔκανε· τό ξέρουμε καί τό πιστεύομε. Καί πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά μαθαίνουμε ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός γιά μᾶς. Καί νά τά πιστεύουμε βαθειά. Γιατί αὐτά εἶναι ἡ ζωή. Ἡ ζωή εἶναι κοντά στόν Χριστό. Μακρυά ἀπό τόν Χριστό εἶναι μόνο θάνατος, δυσωδία, διάλυση.
Ἀπό ποῦ νά ἀρχίσομε, ποῦ νά τελειώσομε; Νά ποῦμε μόνο ἕνα πράγμα. Ποῦ καταντάει ὁ ἄνθρωπος ὅταν σκεφθεῖ περισσότερο τόν ἑαυτό του καί δέν ὑπολογίσει γυναίκα καί παιδιά. Ἤ ἡ γυναίκα δέν ὑπολογίζει ἄνδρα καί παιδιά. Καί διαλυθεῖ τό σπίτι. Τί θλίψη, τί κατάντια, τί κακό γίνεται ἄν δέν σταθεῖ ὁ ἄλλος «βράχος». Καί τί λένε ὅλοι οἱ κοινωνιολόγοι;
«Τά παιδιά τῶν διεζευγμένων ἀνθρώπων κινδυνεύουν νά γίνουν ἀντικοινωνικοί τύποι καί οἱ περισσότεροι ἐγκληματίες προέρχονται ἀπό οἰκογένεις πού διαλύθησαν καί ἄφησαν τά παιδιά χωρίς τήν στοργή. Χωρίς νά καταλάβουν τί σημαίνει ἀγάπη. Καί ἔτσι γέμισαν οἱ καρδιές τους πόνο. Καί ὁ πόνος τους βγῆκε καί ἔγινε κακία, ἐκδικητικότητα καί δέν ξέρει ποῦ ξεσπάει».
Λέμε «ἐξ ὄνυχος τόν λέοντα». Τό ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα. Κάθε ἀπομάκρυνση ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος. Καί διάλυση. Καί καταστροφή. Πόσα «εὐχαριστῶ» πρέπει νά τοῦ λέμε τοῦ Χριστοῦ; Ἡμέρα καί νύχτα ἔπρεπε νά τόν δοξάζομε. Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τοῦ ποῦμε «εὐχαριστῶ». Καί τά πολυτιμότερα μύρα πού μποροῦμε νά τοῦ προσφέρομε, πολυτιμότερα ἀπό τά μύρα ἐκεῖνα πού ἔχυσε ἡ Μαρία, εἶναι νά χύνουμε στά πόδια του τά δάκρυά μας. Ὅταν προσευχόμαστε καί τόν παρακαλοῦμε νά συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας, νά μᾶς δίνει ζωή, νά μᾶς μᾶς δίνει χαρά καί εἰρήνη, νά στερεώνει τόν κόσμο του, νά γεμίζει τίς ψυχές ὅλου τοῦ κόσμου μέ τό καλό... Τό ἐπαναλαμβάνομε: τό πολυτιμότερο μύρο εἶναι τά δάκρυα πού χύνουμε ὅταν προσευχόμαστε. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού προσευχόμενος τρέχουν τά μάτια του τά δάκρυα τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό.
Πολυτιμότερο πράγμα λένε οἱ Πατέρες ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τῆς ἀγάπης στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο.
6. Τά δάκρυα τοῦ ληστῆ
Ἦταν παλιά ἕνας μεγάλος ληστής. Ληστής τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σημαίνει ἄνθρωπος ἐγκληματικός. Ἔκλεβε γιά νά ἔχει ἐκεῖνος, διασκέδαζε, καί ἀφοῦ ἔφτανε μέχρι πού νά σκοτώνει ἀνθρώπους γιά νά πάρει χρήματα, φυσικό εἶναι ὅτι ἔκανε καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία πέρναγε ἀπό τό χέρι του. Καί ἀφοῦ ἔκανε πολλές ἁμαρτίες, κάποια στιγμή μετενόησε. Καί ἄρχισε νά κλαίει. Συναισθάνθηκε τίς ἁμαρτίες καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, παρακαλώντας τόν Θεό καί ἔλεγε: «Λυπήσου με Χριστέ μου, λυπήσου με γιά τίς ἁμαρτίες μου. Δῶσ’ μου συγχώρηση σάν τόν ληστή. Σάν τόν τελώνη. Σάν τήν πόρνη. Καί σάν ὁποιοδήποτε ἄλλο χειρότερο ἁμαρτωλό, λυπήσου με».
Εἶχε ἕνα μαντήλι καί σκούπιζε τά δάκρυά του. Καί πέθανε ἀπό τά κλάματα.
Καί τότε, εἶδε ἕνας μεγάλος ἅγιος ἕνα ὅραμα. Εἶδε τήν ψυχή αὐτοῦ τοῦ ληστοῦ νά κρίνεται. Καί εἶδε τά δαιμόνια νά φέρνουν καί νά παρουσιάζουν τίς ἁμαρτίες του, τίς πολλές καί χαλεπές, καί ἀπάνθρωπες. Τίς ἔβαζαν ἐπάνω στή ζυγαριά. Ποῦ νά τίς βαστήξει!
Οἱ ἄγγελοι κοίταζαν, μετροῦσαν τίς ἁμαρτίες καί τά εἶχαν χαμένα.
Ἔψαξαν γιά καλά ἔργα καί δέν βρῆκαν τίποτε ἀπολύτως, ἐκτός ἀπό τό μαντήλι πού σκούπιζε τά δάκρυα του. Ἦταν τό μόνο τό ὁποῖο εἶχε νά παρουσιάσει ὁ ληστής. Ὅτι ἔκλαψε γιά τίς ἁμαρτίες του καί ὅτι βγῆκαν μερικά δάκρυα ἀπό τά μάτια του, τά ὁποῖα εἶχε μαζέψει στό μαντήλι.
Πῆραν οἱ ἄγγελοι τό μαντήλι, τό ἔβαλαν πάνω στή ζυγαριά, στόν ἄλλο δίσκο καί βάρυνε τόσο πού πετάχτηκαν καί ἐξαφανίστηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες του. Καί χάρηκαν οἱ ἄγγελοι καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός πού εἶπε στόν πρῶτο ληστή ἐπάνω στό Σταυρό: «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ», σέ παίρνω ἀπό σήμερα στόν Παράδεισο..., ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εἶπε «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου», κατέβηκε ἀγκάλιασε τόν ληστή καί τόν ἐπῆρε εἰς τήν Βασιλεία του μέ δόξα καί χαρά. Γιατί ἐπόνεσε γιά τίς ἁμαρτίες του καί παρακάλεσε μέ δάκρυα τόν σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό νά τόν συγχωρήσει.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται τόν θάνατο ἀπό τόν ὁποῖο μᾶς ἀνάστησε ὁ Χριστός. Τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται ὅτι ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί σωματικά καί ψυχικά.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού περιμένει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού καταφεύγει συνεχῶς στόν Χριστό, γιά νά πάρει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί νά ἀναστηθεῖ ἀπό τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ψάχνει νά βρεῖ ἀφορμή καί εὐκαιρία νά βρίσκεται κοντά στόν Χριστό. Εἴτε διαβάζοντας τόν λόγο του, σπουδαῖο πράγμα, ποτέ δέν πρέπει νά τό παραλείπομε. Εἴτε προσευχόμενος, εἴτε νηστεύοντας, εἴτε κάνοντας καλά ἔργα, εἴτε καί προπαντός τό κύριο καί βασικό, πού δείχνει τόν φωτισμό τόν μεγάλο καί τήν δύναμη τῆς ψυχῆς, στρέφοντας τόν ἑαυτό του τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ τόπος πού τόν λατρεύομε, τόν δοξάζομε, τόν ἐπικαλούμεθα. Καί μᾶς εἰσακούει καί μᾶς δίδει διά τῶν ἱερέων του τίς εὐλογίες του καί τήν χάρη του καί τή ζωή του.
Εἴθε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ νά ἐνσκηνώνει στίς ψυχές μας.
Νά μᾶς εὐλογεῖ, νά μᾶς δυναμώνει στόν κόπο τῆς ζωῆς καί στόν ἀγώνα γιά τήν εὐαρέστησή του.
Νά γεμίσει τή ζωή μας μέ χαρά καί μέ εἰρήνη.
Νά μᾶς ἀξιώσει νά περάσουμε καί τήν ἁγία Μεγάλη Ἑβδομάδα γεμάτοι ἀνάταση ψυχική, γεμάτοι ἀπό τήν εὐλογία του.
Καί νά φθάσουμε ὅλοι στήν ἁγία του ἀνάσταση, ἀρχή τῆς ἀναστάσεως τοῦ κόσμου -γιατί εἶναι ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν- γεμάτοι μέ χαρά καί μέ εἰρήνη. Καί νά τόν εὐλογοῦμε καί νά τόν δοξάζουμε γιά πάντοτε.
Καί νά εἶναι γεμάτη ἡ ζωή μας, ὅλη ἡ ζωή μας ἀπό τήν χάρη του καί τήν εὐλογία του. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)
ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του στην Ἄνω Σκαφιδωτή, στίς 20/4/1997