Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Προσκύνημα στήν Τιμισοάρα (Ρουμανία) καί στά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγιορείτη ἁγίου Ἰωσήφ μητροπολίτη Τιμισοάρας

Προσκύνημα στήν Τιμισοάρα (Ρουμανία) καί στά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγιορείτη ἁγίου Ἰωσήφ μητροπολίτη Τιμισοάρας

πηγη.ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
 
τ
Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ  ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑ
\ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Ο Άγιος Ιωσήφ ο Νέος έζησε τον 16ο και 17ο αιώνα. Καταγόταν από τη Λήμνο και έχει ανακηρυχτεί άγιος της Ρουμανικής εκκλησίας
Ο Άγιος Ιωσήφ ο Νέος γεννήθηκε το 1568 στη Ραγούζα της Αδριατικής, το σημερινό Ντουμπρόβνικ της Κροατίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ιάκωβος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Τζοβάνι Φούσκο. Ήταν ναυτικός και καταγόταν από τη Βενετία. Η μητέρα λεγόταν Αικατερίνη και ήταν από τη Λήμνο.
Το 1580 ορφάνεψε από πατέρα, σε ηλικία μόλις 12 ετών. Τότε εγκαταστάθηκαν στην Αχρίδα, όπου ζούσαν συγγενείς της μητέρας του. Ο μικρός Ιάκωβος έζησε κοντά στους συγγενείς του ως το 1588 σπουδάζοντας τα ιερά γράμματα. Το 1588, σε ηλικία 20 ετών, μετέβη στην Μονή Παντοκράτορος στο Άγιο Όρος. Έγινε μοναχός με το όνομα «Ιωσήφ» και αργότερα ιερομόναχος.
Στον Άθω παρέμεινε συνολικά 62 χρόνια, διαμένοντας κατά καιρούς σε διάφορες μονές. Σύντομα απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στο θαυματουργό χάρισμα που είχε να θεραπεύει ασθενείς, τοποθετώντας το χέρι του στο μέτωπό τους. Επίσης, ασχολήθηκε με την καλλιγραφική αντιγραφή ιερών κειμένων. Διετέλεσε ηγούμενος στις μονές Βατοπεδίου και Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους και, για έξι χρόνια, στη μονή Αγίου Στεφάνου Αδριανουπόλεως, η οποία ήταν μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας.
Το 1650, σε ηλικία 82 ετών, εξελέγη μητροπολίτης Τιμισοάρα Ρουμανίας και έφυγε από το Άγιον Όρος έπειτα από 62 έτη. Υπηρέτησε τη μητρόπολη ως το 1653, οπότε αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω γήρατος.Εκοιμήθη στην Τιμισοάρα στις 15-8-1656 σε ηλικία 88 ετών. Στον εκεί μητροπολιτικό ναό φυλάσσεται μέχρι σήμερα το λείψανό του, καθώς και η παλαιότερη εικόνα του.
ΤΟ 1686 ΑΝΑΚΗΡΎΧΘΗΚΕ ΤΟΠΙΚΌΣ ΆΓΙΟΣ. ΤΟ 1956, ΣΤΗΝ ΕΠΈΤΕΙΟ ΤΩΝ 300 ΕΤΏΝ ΑΠΌ ΤΗΝ ΚΟΊΜΗΣΉ ΤΟΥ, ΑΝΑΚΗΡΎΧΘΗΚΕ ΆΓΙΟΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΉΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΚΉΣ ΕΚΚΛΗΣΊΑΣ. Η ΜΝΉΜΗ ΤΟΥ ΚΑΘΙΕΡΏΘΗΚΕ ΝΑ ΕΟΡΤΆΖΕΤΑΙ ΣΤΙΣ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ.
Όσο ζούσε, φαίνεται πως διατηρούσε τακτική επαφή με τη Λήμνο, το νησί της καταγωγής του, διότι στην ιερά ακολουθία του υπάρχουν αρκετές αναφορές στη λημνιακή του καταγωγή. Άλλωστε, η Λήμνος είχε ανέκαθεν στενή σχέση με τις μονές του Αγίου Όρους,
Από τη Βικιπαίδεια
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ. Η ΛΑΡΝΑΚΑ ΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΣΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ
ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ. Η ΛΑΡΝΑΚΑ ΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουλίου 5, 2013 in AΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ

Ο 'Αγιος Διονύσιος επίσκοπος Σουζδαλίας

Ο 'Αγιος Διονύσιος επίσκοπος Σουζδαλίας

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐγεννήθηκε στὴ νότια Ρωσία στὴν ἐπαρχία τοῦ Κιέβου, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ., ἦταν ἐρημίτης καὶ ἱδρυτὴς κοινοβίων, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς μοναστικῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἀφυπνίσεως στὴ Ρωσία τῆς ἐποχῆς του. Ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος ὑπερασπίσθηκε μὲ θάρρος τὴν αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὶς αἱρέσεις.
Σχετικὰ μὲ τὰ πρῶτα του βήματα στὸ μοναχικὸ βίο συλλέγουμε τὶς πληροφορίες ἀπὸ διάφορα ρωσικὰ χρονογραφήματα. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ χρονογραφήματα συνθέτουμε τὶς κύριες κατευθύνσεις τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ποὺ ἦταν στενότατα συνδεδεμένη μὲ τὶς πολιτικὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἀνακατατάξεις τῆς ἐποχῆς του. Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν ἀναγέννηση ποὺ ἔφερε στὸ μοναχισμὸ εἶναι, ἐπίσης, οἱ Βίοι τῶν μαθητῶν του. Σὲ νεανικὴ ἡλικία ἔζησε ὡς ἀναχωρητὴς σὲ μία σπηλιὰ κατὰ μῆκος τοῦ Βόλγα. Ἡ παρουσία σὲ ἐκείνη τὴν ἔρημο τῆς θαυματουργικῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στὴν ὁποία ἀπεικονίζονταν καὶ οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Διονύσιος προερχόταν ἀπὸ τὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1330 ἔκτισε σὲ ἐκείνη τὴν περιοχὴ τὸ μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως, ἀναδεικνυόμενος σὲ ἱκανότατο ἡγούμενο καὶ σοφότατο πνευματικὸ πατέρα.
Οἱ ἐπιδόσεις τοῦ Ὁσίου Διονυσίου στὴ σκληρὴ ἄσκηση καὶ οἱ γνώσεις του ἐπάνω στὶς Γραφὲς προσελκύουν κοντά του ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ νέων. Αὐτοὶ μὲ τὴ σειρά τους, γύρω στὸ 1350, θὰ ἱδρύσουν πολλὰ κοινόβια μοναστήρια στὶς περιοχὲς τοῦ Νόβγκοροντ καὶ τῆς Σουζδαλίας.
Τὸ 1371, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐτέλεσε τὴ μοναχικὴ κουρὰ τῆς πριγκίπισσας Βασίλισσας – Θεοδώρας, χήρας τοῦ πρίγκιπα τοῦ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ Ἀνδρέα Κωνσταντίνοβιτς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐμοίρασε ὅλα της τὰ πλούτη, ἀποσύρθηκε στὸ μοναστήρι ποὺ εἶχε κτίσει ἡ ἴδια στὶς ὄχθες τοῦ Βόλγα. Τὸ παράδειγμά της ἀκολούθησαν καὶ ἄλλες εὐγενεῖς, ἀκολουθώντας τὸ μοναχικὸ τυπικὸ τὸ ὁποῖο εἶχε δώσει ὁ Ὅσιος Διονύσιος στὴ Θεοδώρα.
Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ἵδρυσαν κοινόβια μοναστήρια, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος στὶς ἀρχὲς τοῦ 1335 ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κοινόβια τῆς βόρειας Ρωσίας.
Στὶς 19 Φεβρουαρίου 1374, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐχειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Σουζδαλίας ἀπὸ τὸ Μητροπολίτη Ἀλέξιο, τοῦ ὁποίου τὶς ἀπόψεις ἀκολούθησε σχετικὰ μὲ τὴν πολιτικὴ ἑνοποίηση ὅλων τῶν πριγκίπων κάτω ἀπὸ τὴς ἡγεμονία τῆς Μόσχας.
Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Ἀλέξιος ἐκοιμήθηκε († 1378), ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Σέργιο τοῦ Ραντονὲζ καὶ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τοῦ Σιμωνώφ, ἀντιτάχθηκαν μὲ σκληρότητα ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς τοῦ μοναχοῦ Μιχαὴλ στὴ χηρεύουσα Μητρόπολη. Ἡ δραστικὴ εἰσήγηση τοῦ Διονυσίου στὴ Σύνοδο, τὴν ὁποία συγκάλεσε ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Δημήτριος Ἰβάνοβιτς, προκάλεσε τὴν ὀπισθοχώριση τοῦ τελευταίου ἀπὸ τὴν ἀξίωσή του νὰ χειροτονήσει τὸν ὑποψήφιό του στὴ Μόσχα, πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ ἦταν κανονικὸ ἀτόπημα καὶ θὰ ὑπαινισσόταν τὴν de facto αὐτοκεφαλία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μιχαὴλ ἐστάλθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νὰ χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸ συναινετικὸ Πατριάρχη Μακάριο, ἐνῶ ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐφυλακίσθηκε. Μὲ τὴ διαμεσολάβηση τοῦ Ὁσίου Σεργίου, ἐλευθερώθηκε δίνοντας τὴν ὑπόσχεση πὼς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρωσία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Νόβγκοροντ.
 Ἀπὸ ἐκεῖ ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέστη στὴ Σύνοδο τοῦ 1380, ὅπου ὁ νέος Πατριάρχης Νεῖλος ἐχειροτόνησε ὡς νέο Μητροπολίτη Κιέβου καὶ τῆς Μεγάλης Ρωσίας τὸν ἀρχιμανδρίτη Ποιμένα, ἕναν ἐκ τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Δημητρίου ποὺ συνόδευε τὸν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδίου.
Ο Άγ.Διονύσιος ταξιδεύει προς την Κωνσταντινούπολη(Τοιχογραφία Λαύρα των Σπηλαίων)
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ τῶν Ἑλλήνων Ἐπισκόπων ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀσκητικότητά του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς νηστεῖες του, γιὰ τὶς ὁλονύκτιες προσευχές του καὶ γενικὰ γιὰ ὅλες τὶς χάρες ποὺ εἶχε ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Θαυμασμὸ προκαλοῦσε καὶ ἡ γνώση του ἐπάνω στὰ Ἱερὰ Κείμενα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Πατριάρχης τὸν ἀνύψωσε σὲ Ἀρχιεπίσκοπο καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατέστη ὁ δεύτερος στὴν ἱεραρχία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος παρέμεινε στὴ Βασιλεύουσα μέχρι τὰ τέλη τοῦ 1382. Τὸ 1381, ἀπέστειλε στὴ Ρωσία μὲ τὸν Ἕλληνα μοναχὸ Μαλαχία τὸν Φιλόσοφο, δύο ἀντίγραφα τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας, προκειμένου νὰ τοποθετηθοῦν μία στὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος στὸ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ καὶ ἡ ἄλλη στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Σουζδαλίας.
Ο Άγ.Διονύσιος Σουζδαλίας με τον Πατριάρχη Νείλο
Τὴν 1η Ἰανουαρίου 1383, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἦταν παρὼν στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ στάρετς Παύλου Βισόσκϊυ, ποὺ ἦταν μαθητής του καὶ γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ὁποίου ἔκλαψε πολύ, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν διάφορες πηγές.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγε στὴ Σουζδαλία καὶ στὸ Νόβγκοροντ, ἀπ’ ὅπου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλέξιος τὸν ἔστειλε  στὸ Πσκώφ. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἔστειλε στοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς Σνετογκόρσκϊυ μία ἐπιστολὴ σχετικὰ μὲ τὸ τυπικὸ τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Τὸ σπουδαιότερο δὲ πρόβλημα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει στὶ Πσκὼφ ὁ Διονύσιος ἦταν ἡ αἵρεση τῶν Στριγγολνίκων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ πρώτυπο τῶν Βογομόλων, ἀρνοῦνταν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία ὠς ἀντικανονική, ἀρνοῦνταν τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ θρησκευτικὸ ἐνταφιασμό, ἐκτὸς ἀπὸ μία παράδοξη ὁμολογία πρὸς τὴ γῆ.
Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ Πσκώφ, ὁ Ὅσιος Διονύσιος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μοναχικὸ κίνημα ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου Ποιμένος. Προκειμένου νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν σὲ παραίτηση, τὸν ἐφυλάκισαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ἀποκαταστάθηκε στὸ θρόνο του καὶ πάλι.
Τὸ 1383, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Θεόδωρο Σιμωνόφσκι (ἀνιψιὸ τοῦ Ὁσίου Σεργίου) ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρέσβης τοῦ μεγάλου πρίγκιπος Δημητρίου καὶ σύμφωνα μὲ τὰ ρωσικὰ χρονογραφήματα προήχθη σὲ Μητροπολίτη Κιέβου καὶ πάσης Ρωσίας. Ἡ ἀντικανονικότητα αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς ὁδηγεῖ κάποιους στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐπρόκειτο στὴν πραγματικότητα γιὰ μία συμφωνία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος Διονύσιος θὰ ἀνελάμβανε τὴ διοίκηση μέχρι τὴ διευθέτηση τοῦ προβλήματος ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν Ποιμένος καὶ Κυπριανοῦ ποὺ ἦσαν διεκδικητὲς τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, δὲν κατάφερε νὰ φθάσει στὴ Μόσχα, διότι περνώντας ἀπὸ τὸ Κίεβο συνελήφθη ἀπὸ τὸ Λιθουανὸ πρίγκιπα Βλαδίμηρο Ὀλγκέρδοβιτς καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀπομονώσεως, ἐκοιμήθηκε στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1385. Ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου καὶ εἶχε ξεκινήσει τὸ μοναχικό του βίο.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου ἐχάθησαν μεταξὺ τοῦ 1638 καὶ 1686. Ἔχει τὴ φήμη τοῦ θαυματουργοῦ καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι καταγεγραμμένο στὴ λίστα ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στὸ Συνοδικὸ τῆς μονῆς τῆς Ἀναλήψεως ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου ἑορτάζεται στὶς 26 Ἰουνίου, ἀλλὰ καὶ στὶς 15 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐγεννήθηκε στὴ νότια Ρωσία στὴν ἐπαρχία τοῦ Κιέβου, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ., ἦταν ἐρημίτης καὶ ἱδρυτὴς κοινοβίων, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς μοναστικῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἀφυπνίσεως στὴ Ρωσία τῆς ἐποχῆς του. Ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος ὑπερασπίσθηκε μὲ θάρρος τὴν αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὶς αἱρέσεις.
Σχετικὰ μὲ τὰ πρῶτα του βήματα στὸ μοναχικὸ βίο συλλέγουμε τὶς πληροφορίες ἀπὸ διάφορα ρωσικὰ χρονογραφήματα. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ χρονογραφήματα συνθέτουμε τὶς κύριες κατευθύνσεις τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ποὺ ἦταν στενότατα συνδεδεμένη μὲ τὶς πολιτικὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἀνακατατάξεις τῆς ἐποχῆς του. Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν ἀναγέννηση ποὺ ἔφερε στὸ μοναχισμὸ εἶναι, ἐπίσης, οἱ Βίοι τῶν μαθητῶν του. Σὲ νεανικὴ ἡλικία ἔζησε ὡς ἀναχωρητὴς σὲ μία σπηλιὰ κατὰ μῆκος τοῦ Βόλγα. Ἡ παρουσία σὲ ἐκείνη τὴν ἔρημο τῆς θαυματουργικῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στὴν ὁποία ἀπεικονίζονταν καὶ οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Διονύσιος προερχόταν ἀπὸ τὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1330 ἔκτισε σὲ ἐκείνη τὴν περιοχὴ τὸ μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως, ἀναδεικνυόμενος σὲ ἱκανότατο ἡγούμενο καὶ σοφότατο πνευματικὸ πατέρα.
Οἱ ἐπιδόσεις τοῦ Ὁσίου Διονυσίου στὴ σκληρὴ ἄσκηση καὶ οἱ γνώσεις του ἐπάνω στὶς Γραφὲς προσελκύουν κοντά του ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ νέων. Αὐτοὶ μὲ τὴ σειρά τους, γύρω στὸ 1350, θὰ ἱδρύσουν πολλὰ κοινόβια μοναστήρια στὶς περιοχὲς τοῦ Νόβγκοροντ καὶ τῆς Σουζδαλίας.
Τὸ 1371, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐτέλεσε τὴ μοναχικὴ κουρὰ τῆς πριγκίπισσας Βασίλισσας – Θεοδώρας, χήρας τοῦ πρίγκιπα τοῦ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ Ἀνδρέα Κωνσταντίνοβιτς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐμοίρασε ὅλα της τὰ πλούτη, ἀποσύρθηκε στὸ μοναστήρι ποὺ εἶχε κτίσει ἡ ἴδια στὶς ὄχθες τοῦ Βόλγα. Τὸ παράδειγμά της ἀκολούθησαν καὶ ἄλλες εὐγενεῖς, ἀκολουθώντας τὸ μοναχικὸ τυπικὸ τὸ ὁποῖο εἶχε δώσει ὁ Ὅσιος Διονύσιος στὴ Θεοδώρα.
Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ἵδρυσαν κοινόβια μοναστήρια, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος στὶς ἀρχὲς τοῦ 1335 ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κοινόβια τῆς βόρειας Ρωσίας.
Στὶς 19 Φεβρουαρίου 1374, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐχειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Σουζδαλίας ἀπὸ τὸ Μητροπολίτη Ἀλέξιο, τοῦ ὁποίου τὶς ἀπόψεις ἀκολούθησε σχετικὰ μὲ τὴν πολιτικὴ ἑνοποίηση ὅλων τῶν πριγκίπων κάτω ἀπὸ τὴς ἡγεμονία τῆς Μόσχας.
Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Ἀλέξιος ἐκοιμήθηκε († 1378), ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Σέργιο τοῦ Ραντονὲζ καὶ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τοῦ Σιμωνώφ, ἀντιτάχθηκαν μὲ σκληρότητα ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς τοῦ μοναχοῦ Μιχαὴλ στὴ χηρεύουσα Μητρόπολη. Ἡ δραστικὴ εἰσήγηση τοῦ Διονυσίου στὴ Σύνοδο, τὴν ὁποία συγκάλεσε ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Δημήτριος Ἰβάνοβιτς, προκάλεσε τὴν ὀπισθοχώριση τοῦ τελευταίου ἀπὸ τὴν ἀξίωσή του νὰ χειροτονήσει τὸν ὑποψήφιό του στὴ Μόσχα, πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ ἦταν κανονικὸ ἀτόπημα καὶ θὰ ὑπαινισσόταν τὴν de facto αὐτοκεφαλία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μιχαὴλ ἐστάλθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νὰ χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸ συναινετικὸ Πατριάρχη Μακάριο, ἐνῶ ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐφυλακίσθηκε. Μὲ τὴ διαμεσολάβηση τοῦ Ὁσίου Σεργίου, ἐλευθερώθηκε δίνοντας τὴν ὑπόσχεση πὼς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρωσία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Νόβγκοροντ.
 Ἀπὸ ἐκεῖ ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέστη στὴ Σύνοδο τοῦ 1380, ὅπου ὁ νέος Πατριάρχης Νεῖλος ἐχειροτόνησε ὡς νέο Μητροπολίτη Κιέβου καὶ τῆς Μεγάλης Ρωσίας τὸν ἀρχιμανδρίτη Ποιμένα, ἕναν ἐκ τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Δημητρίου ποὺ συνόδευε τὸν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδίου.
Ο Άγ.Διονύσιος ταξιδεύει προς την Κωνσταντινούπολη(Τοιχογραφία Λαύρα των Σπηλαίων)
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ τῶν Ἑλλήνων Ἐπισκόπων ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀσκητικότητά του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς νηστεῖες του, γιὰ τὶς ὁλονύκτιες προσευχές του καὶ γενικὰ γιὰ ὅλες τὶς χάρες ποὺ εἶχε ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Θαυμασμὸ προκαλοῦσε καὶ ἡ γνώση του ἐπάνω στὰ Ἱερὰ Κείμενα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Πατριάρχης τὸν ἀνύψωσε σὲ Ἀρχιεπίσκοπο καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατέστη ὁ δεύτερος στὴν ἱεραρχία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος παρέμεινε στὴ Βασιλεύουσα μέχρι τὰ τέλη τοῦ 1382. Τὸ 1381, ἀπέστειλε στὴ Ρωσία μὲ τὸν Ἕλληνα μοναχὸ Μαλαχία τὸν Φιλόσοφο, δύο ἀντίγραφα τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας, προκειμένου νὰ τοποθετηθοῦν μία στὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος στὸ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ καὶ ἡ ἄλλη στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Σουζδαλίας.
Ο Άγ.Διονύσιος Σουζδαλίας με τον Πατριάρχη Νείλο
Τὴν 1η Ἰανουαρίου 1383, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἦταν παρὼν στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ στάρετς Παύλου Βισόσκϊυ, ποὺ ἦταν μαθητής του καὶ γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ὁποίου ἔκλαψε πολύ, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν διάφορες πηγές.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγε στὴ Σουζδαλία καὶ στὸ Νόβγκοροντ, ἀπ’ ὅπου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλέξιος τὸν ἔστειλε  στὸ Πσκώφ. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἔστειλε στοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς Σνετογκόρσκϊυ μία ἐπιστολὴ σχετικὰ μὲ τὸ τυπικὸ τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Τὸ σπουδαιότερο δὲ πρόβλημα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει στὶ Πσκὼφ ὁ Διονύσιος ἦταν ἡ αἵρεση τῶν Στριγγολνίκων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ πρώτυπο τῶν Βογομόλων, ἀρνοῦνταν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία ὠς ἀντικανονική, ἀρνοῦνταν τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ θρησκευτικὸ ἐνταφιασμό, ἐκτὸς ἀπὸ μία παράδοξη ὁμολογία πρὸς τὴ γῆ.
Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ Πσκώφ, ὁ Ὅσιος Διονύσιος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μοναχικὸ κίνημα ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου Ποιμένος. Προκειμένου νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν σὲ παραίτηση, τὸν ἐφυλάκισαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ἀποκαταστάθηκε στὸ θρόνο του καὶ πάλι.
Τὸ 1383, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Θεόδωρο Σιμωνόφσκι (ἀνιψιὸ τοῦ Ὁσίου Σεργίου) ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρέσβης τοῦ μεγάλου πρίγκιπος Δημητρίου καὶ σύμφωνα μὲ τὰ ρωσικὰ χρονογραφήματα προήχθη σὲ Μητροπολίτη Κιέβου καὶ πάσης Ρωσίας. Ἡ ἀντικανονικότητα αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς ὁδηγεῖ κάποιους στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐπρόκειτο στὴν πραγματικότητα γιὰ μία συμφωνία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος Διονύσιος θὰ ἀνελάμβανε τὴ διοίκηση μέχρι τὴ διευθέτηση τοῦ προβλήματος ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν Ποιμένος καὶ Κυπριανοῦ ποὺ ἦσαν διεκδικητὲς τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, δὲν κατάφερε νὰ φθάσει στὴ Μόσχα, διότι περνώντας ἀπὸ τὸ Κίεβο συνελήφθη ἀπὸ τὸ Λιθουανὸ πρίγκιπα Βλαδίμηρο Ὀλγκέρδοβιτς καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀπομονώσεως, ἐκοιμήθηκε στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1385. Ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου καὶ εἶχε ξεκινήσει τὸ μοναχικό του βίο.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου ἐχάθησαν μεταξὺ τοῦ 1638 καὶ 1686. Ἔχει τὴ φήμη τοῦ θαυματουργοῦ καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι καταγεγραμμένο στὴ λίστα ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στὸ Συνοδικὸ τῆς μονῆς τῆς Ἀναλήψεως ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου ἑορτάζεται στὶς 26 Ἰουνίου, ἀλλὰ καὶ στὶς 15 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.

Ο Όσιος Ευφρόσυνος του Πσκώβ (+15 Μαίου)

Ο Όσιος Ευφρόσυνος του Πσκώβ (+15 Μαίου)


Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος, κατὰ κόσμον Ἐλεάζαρ, γεννήθηκε περὶ τὸ 1386 στὸ χωριὸ Βιντελεμπιέ, κοντὰ στὸ Πσκώφ. Ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριὸ καταγόταν ὁ Ὅσιος Νίκανδρος τοῦ Πσκὼφ († 24 Σεπτεμβρίου).
Οἱ γονεῖς του Ἐλεάζαρ ἤθελαν νὰ νυμφεύσουν τὸν υἱό τους, ἀλλὰ αὐτὸς ἐγκατέλειψε τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Σνετνογκόρσκϊυ, ὅπου ἔγινε μοναχός.
Περὶ τὸ 1425, ἐπιθυμώντας ὁ Ὅσιος νὰ ζήσει σὲ ἀπομόνωση, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ἐγκαθίσταται σὲ ἕνα ἀπομονωμένο κελλὶ στὸν ποταμὸ Τόλβα, ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸ Πσκώφ. Ἐδῶ εἶδε σὲ ὅραμα τοὺς τρεῖς Οἰκουμενικοὺς Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, οἱ ὁποῖοι τοῦ ὑπέδειξαν τὸν τόπο ὅπου θὰ οἰκοδομοῦσε μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη σὲ αὐτούς. Ἀμέσως μετά, τὸν πλησίασε ἕνας εὐσεβὴς μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σεραφεὶμ καὶ γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐφρόσυνο ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται καὶ ἄλλοι ἀσκητὲς ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ζήσουν μαζί του τὸν ἀναχωρητικὸ βίο.
Τὸ 1477 ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος κατασκεύασε στὴν τοποθεσία ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ, μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στοὺς τρεῖς Ἱεράρχες καὶ τὸν Ὅσιο Ὀνούφριο καὶ κελλιὰ γιὰ τὴν ἀδελφότητα καὶ ἄρχισε νὰ δέχεται ὅσους εἶχαν ἀνάγκη πνευματικὴ καθοδήγηση. Σὲ ὅσους μοναχοὺς τὸν ἐπισκέπτονταν ὁ Ὅσιος ἔλεγε νὰ ζήσουν σύμφωνα μὲ τὸν μοναχικὸ κανόνα ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε φτιάξει. Αὐτὸς ὁ κανόνας στὴν πραγματικότητα ἦταν μία διδασκαλία γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ ζεῖ ἕνας μοναχός.
Ἀπὸ ταπείνωση καὶ διάθεση νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν προσευχή, ὁ Ὅσιος δὲν ἀνέλαβε ποτὲ τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου, ἀλλὰ συνέχισε νὰ ζεῖ ὡς ἐρημίτης λίγο μακριά, στὶς ὄχθες τῆς λίμνης τοῦ Πσκώφ.
Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος κοιμήθηκε σὲ ἡλικία ἐνενήντα πέντε ἐτῶν, τὸ 1481. Στὸν τάφο του τοποθετήθηκε ἡ εἰκόνα του, εἰκονογραφημένη ἀπὸ τὸν μαθητὴ του Ἰγνάτιο, ὅταν ἀκόμα ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος ἦταν στὴ ζωὴ καὶ ἡ διαθήκη ποὺ ὁ ἴδιος ἄφησε στὴν ἀδελφότητα καὶ ἔγραψε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια σὲ περγαμηνὴ καὶ ἐπικύρωσε μὲ μολυβένια σφραγίδα ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ, Θεόφιλος.

Άγιος Μακάριος,ο ιεραπόστολος των Αλταϊανών(+18 Μαίου 1843)

Άγιος Μακάριος,ο ιεραπόστολος των Αλταϊανών(+18 Μαίου 1843)

Ὁ Ἅγιος Μακάριος(γεννημένος Μιχαήλ Γ. Glukharev),ήταν ο πρώτος ιεραπόστολος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στα Αλτάι Όρη (νυν Δημοκρατία των Αλτάι-εδώ)και γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1792 . Σπούδασε στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὴ Ρωσικὴ γλώσσα.Γνώριζε λατινικά, γερμανικά, γαλλικά, ελληνικά και εβραϊκά.Ἐκεῖ συνδέθηκε μὲ τὸν Μητροπολίτη Φιλάρετο καὶ χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος.Έγραψε πολλά βιβλία.Αναφέρουμε την Κατήχηση πριν το Άγιο Βάπτισμα(1865),Η ζωή του Χριστού(1865),ερμηνευτικά σχόλια στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις των Απόστολων κ.α   
Το 1818 εκάρη μοναχός.Τὸ 1821 ἔλαβε τὸ ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου.Το 1826 πήγε στην έρημο του Γκλινσκ.Τι όμορφη εικόνα.Αυτός ο πολυμαθής άνδρας να ζηταεί την συμβουλή και την καθοδήγηση των αγράμματων αλλά αγιασμένων πατέρων της ερήμου του Γκλινσκ. Δίδαξε στὶς σχολὲς τοῦ Αἰκατερινοσλὰβ καὶ τῆς Κοστρόμα καὶ τὸ 1829 ἔφυγε, γιὰ νὰ ἐργασθεῖ ἱεραποστολικὰ στὴ Σιβηρία. Ἵδρυσε στὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Τὸμσκ(1834) τὸ ἱεραποστολικὸ πνευματικὸ σεμινάριο καὶ ἐπεξέτεινε τὴν ἱεραποστολική του δράση μέχρι τὴν περιοχὴ τῶν Ἀλταΐων.Σε 13 χρόνια βάπτισε 675 ενήλικες και περισσότερα από 700 παιδιά.Ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι αριθμοί,αλλά η σωστή κατήχηση.Στάθηκε στήριγμα των νεοφωτίστων. Τὸ 1843 ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ Μπολκχὼβ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ὀρέλ, ὅπου κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.Η αγιοκατάταξή του έγινε το 1983.Η μνήμη του τιμάται στις 18 Μαίου.

Περί πολυλογίας - Στάρετς Ζωσιμάς

Περί πολυλογίας - Στάρετς Ζωσιμάς



Κάποια αδελφή έλεγε κάποτε θλιμμένη στο στάρετς Ζωσιμά:
- Τι να κάνω, γέροντα, που νικιέμαι από τη γλώσσα μου και φλυαρώ και ματαιολογώ; Στεναχωριέμαι πολύ γι’ αυτό και παίρνω κάθε τόσο απόφαση να διορθωθώ, αλλά πάλι πέφτω.
- Να θυμάσαι ότι, όπως είπε ο Κύριος, για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως. Κατάφυγε στη βοήθειά Του. Και όποτε αμαρτάνεις να μετανοείς. Χίλιες φορές
έπεσες; Χίλιες να μετανοήσεις.
- Κάποιες φορές λέω κάτι χρήσιμο ή ψυχωφελές. Ενώ όμως αρχίζω με πνευματικούς λόγους, σε λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξεγλιστράω στην αργολογία ή την κατάκριση ή την περιέργεια ή τον
κομπασμό… Μετά από όλα αυτά με κυριεύει κατάθλιψη και αθυμία. Τι να κάνω; Δεν μπορώ να διορθωθώ…
- Για να μάθεις να μιλάς καλά και προσεκτικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις, τη συμβούλεψε ο γέροντας. Όσο θερμό κι αν είναι το κελί μας, αν ανοίγουμε συχνά τα παράθυρα θα
παγώσει. Κι αν ανοίγουμε κάθε τόσο ένα μπουκάλι με άρωμα, σύντομα θα εξατμιστεί. Γι’ αυτό ο προφήτης λέγει «ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν» (Ψαλμ. Λη' 2). Ακούς;
«ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν». Αποφάσισα δηλαδή να μην ξεστομίζω ούτε αγαθούς λόγους. Και τότε, συνεχίζει, «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου».

Όπως γράφει ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης, ο καλός λόγος είναι κατώτερος από τη σιωπή με διάκριση. Βέβαια, κι από τη σιωπή του στόματος ανώτερη είναι η σιωπή του νου-τόσο ανώτερη, όσο
και η ψυχή από το σώμα. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρείται σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει λογισμούς και νοήματα.


Στάρετς Ζωσιμάς
Πηγή: Από από το Βιβλίο «Το γεροντικό του Βορρά»

_________________
«όπου επισκιάζει η χάρις σου Αρχάγγελε, από εκεί διώκεται η δύναμη του διαβόλου.
Διότι δεν μπορεί να μείνει κοντά στο Φώς σου ο εωσφόρος που έπεσε στο σκοτάδι και παραμένει σ’ αυτό.
Γι' αυτό Μιχαήλ Αρχάγγελε, σε παρακαλούμε να σβήνεις τα βέλη του που είναι γεμάτα πυρ και κινούνται εναντίον μας»

“Μίλα όταν έχεις κάτι καλύτερο από την σιωπή.”

Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος-Ο βίος του

Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος-Ο βίος του


Ο ΟΣΙΟΣ Θεοφάνης ο Έγκλειστος, κατά κόσμον Γεώργιος Βασίλιεβιτς Γοβόρωφ, υπήρξε γιος ιερέως.
Γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1815 στο χωριό Τσερνάφσκα της επαρχίας Ορλόφ.
Από μικρός δέχθηκε την ευεργετική επίδραση που εξασκεί στην ψυχή το εκκλησιαστικό περιβάλλον με τις εικόνες, τις ψαλμωδίες, τις ακολουθίες, τις τελετές. O ίδιος έγραφε ότι το περιβάλλον αυτό αποτελεί τον ισχυρότερο παράγοντα για τη σωστή αγωγή της παιδικής ψυχής.
Μετά από τα πρώτα γράμματα μπήκε στο Σεμινάριο του Ορλόφ (1831-37) και αργότερα ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου (1837-41).
Καθώς σπούδαζε στο Κίεβο επισκεπτόταν συχνά τα σπήλαια του, που υπήρξαν η κοιτίδα του ρώσικου μοναχισμού. Η Κιεβοπετσέρσκαγια Λαύρα, γεμάτη άφθορα και μυροβλύζοντα λείψανα όσιων, ακτινοβολούσε τη δόξα του λαμπρού της παρελθόντος.
Η καρδιά του νεαρού ιεροσπουδαστού δονήθηκε από τον πόθο της μοναχικής ζωής και λίγους μήνες πριν τελειώσει τις σπουδές του έγινε μοναχός.
O φημισμένος στάρετς Παρθένιος, που ήταν πνευματικός του Μητροπολίτου και της Λαύρας, έδωσε στον νεοκούρο και στους συντρόφους του τις εξής συμβουλές:
  • «Εσείς οι μορφωμένοι μοναχοί να μην ξεχνάτε ότι το πιο απαραίτητο είναι ένα: Η αδιάλειπτη προσευχή με τον νου συγκεντρωμένο στην καρδιά. Αυτό κι εγώ επεδίωκα από τα νεανικά μου χρόνια και φρόντιζα να μη με διακόπτη κανείς από τη συνεχή επικοινωνία μου με τον Θεό».
Τον ίδιο χρόνο (1841) χειροτονείται διάκονος και σε λίγους μήνες ιερεύς.
Τελειώνοντας την Ακαδημία διορίζεται καθηγητής της Ηθικής, της Φιλοσοφίας, της Ψυχολογίας, της Λογικής και των Λατινικών σε διάφορες σχολές και ακαδημίες.
  • Το 1847 έρχεται στα Βαλκάνια και για επτά χρόνια μελετά τον ελληνορθόδοξο μοναχισμό.
  • Το 1857 γίνεται πρύτανης της Θεολογικής Ακαδημίας της Πετρουπολέως και επιθεωρητής των θρησκευτικών μαθημάτων σ' όλες τις σχολές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.
  • Το 1859 χειροτονείται επίσκοπος της επαρχίας Ταμπώφ και αργότερα αναλαμβάνει την έδρα της επαρχίας Βλαδιμίρ. Σαν επίσκοπος εργάσθηκε μ' όλες του τις δυνάμεις. Έμεινε κοντά στο ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός και δοκίμασε μαζί του πολλές δυσκολίες.
  • Το 1861 αξιώνεται να παρευρέθη στην ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ, τον οποίο από τα παιδικά του χρόνια υπεραγαπούσε και προσπαθούσε να μιμηθεί.
  • Το 1866, μετά από εικοσιπέντε χρόνια πολύπλευρης και καρποφόρου εκκλησιαστικής διακονίας, αφήνει την επαρχία του και κλείνεται σ' ένα φτωχικό κελί στην έρημο Βισένσκ. Εκεί θα ζήση έγκλειστος τα υπόλοιπα εικοσιοκτώ χρόνια της ζωής του.
O αποχαιρετιστήριος λόγος προς το ποίμνιο του είναι συγκινητικός:
«Μη με παρεξηγείτε που σας αποχωρίζομαι. H αγάπη σας δεν θα με άφηνε να φύγω, αν δεν υπήρχε μέσα μου ένας ακατανίκητος πόθος για μια υψηλότερη ζωή... Πάντοτε θα προσεύχομαι να σας χαρίζει ο Κύριος κάθε καλό, να σας γλιτώνει από κάθε συμφορά και να εξασφαλίζει τη σωτηρία σας... Έχετε μάθει τον δρόμο της σωτηρίας, καθώς και όλα τα μέσα που οδηγούν σ' αυτή. Είναι λοιπόν αρκετό να σας υπενθυμίσω τη συμβουλή του αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο:
"Την παρακαταθήκην φύλαττε".
Να φυλάγεστε από τους ψευδοδιδασκάλους. Όσους δεν συμφωνούν μ' αυτά που διδάσκει η Εκκλησία να τους απομακρύνετε, οποιαδήποτε θέση και οποιουσδήποτε τίτλους κι αν κατέχουν... Πίσω από τη γνησιότητα της πίστεως έρχεται η επίσκεψις της θείας χάριτος. Με τη βοήθεια της οι καθαροί στην ψυχή, βλέπουν τον Θεό από την παρούσα ζωή και προγεύονται τη μακαριότητα της αιωνίας».
O όσιος Θεοφάνης υπήρξε πολυγραφότατος. Η αδελφή του Λέοντος Τολστόι έλεγε: «Δύο σύγχρονοι μας έγραψαν πολλά. αδελφός μου Λέων και ο επίσκοπος Θεοφάνης. Με τη διαφορά ότι ο ένας έγραψε προς απώλεια της ψυχής, ενώ ο άλλος προς σωτηρία της».
Τα συγγράμματά του είναι κλασσικά και διαιρούνται σε ηθικά, ερμηνευτικά και μεταφραστικά.
Μετέφρασε στα ρωσικά τη «Φιλοκαλία» και παρουσίασε σ' ένα μεγάλο σύγγραμμα πολλούς κανόνες των άγιων Παχωμίου, Μεγάλου Βασιλείου, Βενεδίκτου και Κασσιανού. Από σκέψεις και βιώματα δικά του αποτελείται και το μεγαλύτερο μέρος του περίφημου φιλοκαλικού έργου της μονής του Βάλαμο «Η νοερά άθλησης».

Καθημερινά έφθαναν στο ερημικό κελί του πολυάριθμες επιστολές, απ' όλα τα μέρη της Ρωσίας, με διάφορα ερωτήματα. Προσπαθούσε ν' απαντά σε όλες. Έτσι στο διάστημα των εικοσιοκτώ ετών της έγκλειστης ζωής του, έγραψε πολλές χιλιάδες γράμματα που αποτελούν έναν ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό.
Στην έρημο Βισένσκ ο όσιος Θεοφάνης δεν άλλαξε μόνο τη λαμπρή αρχιερατική στολή με το ταπεινό ένδυμα του ασκητού, αλλά προσπάθησε να θάψει και ότι κοσμικό είχε: τη σοφία του, τα αξιώματα του, τον ίδιο τον εαυτό του!
Αλλά όπως ο ήλιος δεν μπορεί να κρυφτή, έτσι και η έρημος δεν μπόρεσε να κρύψει τον μεγάλο φωστήρα. H έρημος Βισένσκ έγινε φάρος υψηλής πνευματικής ακτινοβολίας. Ενώ σταμάτησαν τα φλογερά κηρύγματα του λαμπρού επισκόπου, τα συγγράμματα και οι επιστολές του κατέκλυζαν ολόκληρη την απέραντη Ρωσία. Ενσάρκωναν τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα της Ορθοδοξίας, γι' αυτό είχαν και έχουν απήχηση σε κάθε ορθόδοξο χριστιανό.
Η μακαριά ψυχή του ανήλθε στα ουράνια σκηνώματα το 1894.
Έναν αιώνα αργότερα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας διακήρυξε επίσημα την αγιότητα του ηρωικού ιεράρχου — αγιότητα ανέκαθεν (ομολογημένη από τον ευσεβή ρωσικό λαό - για τη συμβολή του στην πνευματική αναγέννηση της συγχρόνου του ρωσικής κοινωνίας, για τα οικοδομητικά και ερμηνευτικά του συγγράμματα και κατ' εξοχήν βέβαια για την άγια ζωή του, ζωή που δεν ήταν παρά η συνέπεια της βαθειάς θεολογικής και εμπειρικής βιώσεως της Ορθοδοξίας.
Όλ' αυτά «μας επιτρέπουν να βλέπουμε τις διδαχές και τις συγγραφές του, σαν ανάπτυξη της αγιοπατερικής διδασκαλίας, με την οποία διατηρούν την ίδια ορθόδοξη καθαρότητα και την ίδια διάφανη θεοπνευστία» (Πράξης Ιεράς Τοπικής Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας, 6-9 Ιουνίου 1988).
You might also like:

Άγιος ιερομάρτυς Αλέξανδρος αρχιεπίσκοπος Χάρκωβ(+11 Μαίου 1940)

Άγιος ιερομάρτυς Αλέξανδρος αρχιεπίσκοπος Χάρκωβ(+11 Μαίου 1940)

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Αλέξανδρος, κατά κόσμον Θεοφάνεβιτς Πετρόφσκιυ, γεννήθηκε στην πόλη Λουκ της περιοχής της Βολυνίας το 1851 μ.Χ. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τμήμα Νομικής, μετά τον θάνατο της μητέρας του παραδόθηκε σε μία ζωή έκλυτη. Μία ημέρα του παρουσιάσθηκε στον ύπνο η νεκρή του μητέρα, που ο νέος την αγαπούσε πάρα πολύ και του ζήτησε να αλλάξει ζωή και να μπει σε μοναστήρι. Ο Αλέξανδρος υπάκουσε στην αίτησή της, άφησε τον κόσμο και έγινε μοναχός.
Μετά την επανάσταση του 1917 μ.Χ. ο αρχιμανδρίτης Αλέξανδρος μαζί με άλλους ιερωμένους των οποίων οι εκκλησίες είχαν κλείσει, βρήκε καταφύγιο στη γυναικεία μονή του Κοζέλσκινσκιυ, στην επαρχία της Πολτάβα. Εξαιτίας των διωγμών πενήντα μοναχές εγκατέλειψαν το μοναστήρι και εγκαταστάθηκαν στις όχθες του ποταμού Πσελ, όπου ίδρυσαν μία σκήτη. Ο Αλέξανδρος ήταν ο εξομολόγος τους. Με το κλείσιμο όλων των μοναστηριών και τις εκκλησίες εκείνης της περιοχής, η σκήτη παρέμεινε το μοναδικό κέντρο εκκλησιαστικής ζωής, προσελκύοντας ένα μεγάλο αριθμό πιστών με την ευκαιρία των διαφόρων τελετών. Το 1932 μ.Χ. η σκήτη λεηλατήθηκε από τις σοβιετικές αρχές. Μετά από αυτή την καταστροφή ο αρχιμανδρίτης Αλέξανδρος χειροτονήθηκε Επίσκοπος του Ουμάνσκ και συνενώθηκε με την εκκλησιαστική ιεραρχία της οποίας ηγείτο ο Μητροπολίτης Σέργιος Σταρογκορόντσκιυ. Το 1933 μ.Χ. μεταφέρθηκε στη θέση της Βινίτσα και το 1937 μ.Χ. στην αρχιεπισκοπή του Χάρκωβ.

Ο Άγιος Αλέξανδρος γρήγορα κέρδισε την στοργή και την εκτίμηση των πιστών του ποιμνίου του. Η κοινωνικότητα, η ζωντάνια και το μειλίχιο ύφος του συνοδεύονταν από την ικανότητα να επιλύει με απλότητα και σοφία τις διαμάχες και να παρακινεί τους ενορίτες στην πίστη και στη χριστιανική ζωή κατά τη διάρκεια των διώξεων.
Κατά το 1930 μ.Χ. οι εκκλησίες του Χαρκώβ, που είχαν εναπομείνει, ήταν σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των ιερέων που καθοδηγούνταν από την «Αναδιοργάνωση» (Obnovlency) ή την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Μονάχα η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Λυσάγια Γκόρα, ένα μακρινό προάστιο της πόλεως, ανήκε στην κοινότητα της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας. Εδώ, χάρη στον ποιμαντικό ζήλο του Αγίου Αλεξάνδρου, εξελισσόταν μια ζωντανή εκκλησιαστική δραστηριότητα. Κάθε εβδομάδα οι ιερές Ακολουθίες του Αρχιεπισκόπου Αλεξάνδρου συγκέντρωναν χιλιάδες ανθρώπων και κάθε Κυριακή η Θεία Κοινωνία διαρκούσε αρκετές ώρες. Επίσης, πάντοτε την Κυριακή, ο Αρχιεπίσκοπος βάπτιζε δεκάδες ανθρώπων (μερικές φορές μέχρι και εκατόν είκοσι).
Η εκκλησιαστική αφύπνιση των κατοίκων του Χάρκωβ και ο ενθουσιασμός του Αρχιεπισκόπου προκάλεσαν την αποδοκιμασία των αρχών. Στις 28 Ιουλίου 1938 μ.Χ. ο Άγιος συνελήφθη και στις 17 Ιουνίου 1939 μ.Χ. καταδικάσθηκε από το στρατοδικείο σε δεκαετή φυλάκιση με την κατηγορία της «αντιεπαναστατικής προπαγάνδας». Στις 5 Ιανουαρίου 1940 μ.Χ. αυτή η καταδίκη αποσύρθηκε και η περίπτωση του Αλεξάνδρου τέθηκε σε συμπληρωματική έρευνα. Αλλά ο Αρχιεπίσκοπος δεν άντεξε την διάρκεια της προφυλακίσεώς του και πέθανε τον Μάιο του 1940 μ.Χ. στο αναρρωτήριο της φυλακής. Μέσα από μεγάλες δυσκολίες και κινδύνους, οι πιστοί κατόρθωσαν να βγάλουν από την φυλακή το λείψανο του Αγίου και να το ενταφιάσουν μυστικά στο κοιμητήριο Ζαλγιούτνσκιυ του Χάρκωβ. Έκτοτε ο τάφος του Αγίου Αλεξάνδρου έγινε τόπος ιερού προσκυνήματος και για πολλά χρόνια οι πιστοί του Χάρκωβ συνέχισαν να εναποθέτουν στον τάφο του λουλούδια.

Το 1993 μ.Χ., η Σύνοδος της Ορθοδόξου Ουκρανικής Εκκλησίας (Πατριαρχείο Μόσχας) επεκύρωσε την τοπική τιμή του Αγίου Αλεξάνδρου εντός των ορίων της Ουκρανίας.