Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Μεγάλη Σαρακοστή: να μην ξεχάσω…


…να προσπαθήσω γερά να εφαρμόσω όσο γίνεται τις εντολές του Χριστού μου. Αυτές (όπως γράφει ο άγιος Γέροντας Σωφρόνιος του Essex) δεν είναι εντολές, αλλά αποκάλυψη του τρόπου ζωής του Θεού (που είναι η αγάπη) και πρόσκληση για μίμηση αυτού του τρόπου. Και είναι δύο: 
«Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτη· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (κατά Ματθαίον, κεφ. 22, στίχ. 37-39).


Και, για να μην απομένει αμφιβολία για το τι εννοεί ο Κύριος ως αγάπη στον πλησίον, υπάρχει ανάλυση στο κατά Λουκάν, κεφ. 6, στ. 27-45:
«Αλλά υμίν λέγω τοις ακούουσιν· αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς. τω τύπτοντί σε επί την σιαγόνα πάρεχε και την άλλην, και από του αίροντός σου το ιμάτιον και τον χιτώνα μη κωλύσης. παντί δε τω αιτούντί σε δίδου, και από του αίροντος τα σά μη απαίτει. και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως.
Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί. Και μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε· μη καταδικάζετε, και ου μη καταδικασθήτε· απολύετε, και απολυθήσεσθε· δίδοτε, και δοθήσεται υμίν· […]» κ.τ.λ.
να τηρήσω τη νηστεία, όπως την έχουν καθορίσει οι άγιοι Πατέρες κι όχι τροποποιώντας την όπως μου λέει ο εγωισμός μου ή η πνευματική μου τεμπελιά. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν τρώμε ούτε ψάρι, παρά μόνο δύο φορές: τη γιορτή του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου) και την Κυριακή των Βαΐων. Μπορούμε όμως να τρώμε καλαμαροχτάποδα και ταραμά.
Για τη νηστεία προσθέτω μερικές επεξηγήσεις,
Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:
α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙
β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙
γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ. 4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
 

…να προσπαθήσω με νύχια και δόντια (και με μεγάλη ταπείνωση και πολλή προσευχή) ν’ αλλάξω τις κακές μου συνήθειες, αυτές που με αποκόβουν από το Θεό και το συνάνθρωπό μου, όποιος κι αν είναι.
Για παράδειγμα, αν κλέβω την εφορία ή τους πελάτες μου ή ξεγελάω τους συνεταίρους μου, να σταματήσω (όχι μόνο κατά τη διάρκεια της σαρακοστής, αλλά να το πολεμήσω για όσο κρατάει η σαρακοστή, με σκοπό να το σταματήσω για πάντα!!). Αν είμαι νευρικός και βίαιος, να γλυκάνω το χαρακτήρα μου, να βάλω αγάπη και τρυφερότητα στο φέρσιμό μου, να μειώσω τα ξεσπάσματά μου και να μάθω να ζητάω συγγνώμη (και να το εννοώ) όταν πληγώνω τον άλλο, ακόμα κι αν είμαι σίγουρος πως έχω δίκιο. Ιδίως αν ξεσπάω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου, να το κόψω μαχαίρι – είναι έγκλημα που καταστρέφει ζωές και μεγάλη αμαρτία, από τις χειρότερες.
Αν απατάω το σύζυγο ή τη σύζυγό μου, να φροντίσω σήμερα κιόλας να σταματήσω. Λέγεται «μοιχεία» και δεν έχω καμιά δικαιολογία γι’ αυτό. Να χωρίσω χωρίς δεύτερη κουβέντα από τον εραστή ή την ερωμένη μου. Δεν είμαι ηλίθιος για να γίνω μοιχός και δεν παντρεύτηκα για να γίνω προδότης!
Αν βλαστημάω, να το πολεμήσω όσο σκληρά χρειάζεται. Αν πρέπει να παλέψω μια φορά ενάντια στο κάπνισμα, δέκα φορές πρέπει ενάντια στις βλαστήμιες. Όταν μου ’ρχεται να βλαστημήσω, να μάθω να λέω (αντί για ό,τι έλεγα πριν) «ήμαρτον, Κύριε», «Κύριε, ελέησον», «Παναγία, βόηθα» και τέτοιες φράσεις, που με πλησιάζουν στο Θεό αντί να με απομακρύνουν ανόητα.
Φωτο από εδώ
Πολύ περισσότερο, αν το επάγγελμά μου είναι αντίθετο απ’ το θέλημα του Θεού, όπως φανερώνεται στο ευαγγέλιο. Αν είμαι κακοποιός, αν είμαι πόρνη ή εκπορνεύω γυναίκες, αν πουλάω ναρκωτικά… να σταματήσω αμέσως και να τρέξω να εξομολογηθώ. Τι κερδίζω; Λεφτά, ηδονή, εξουσία; Σκουπίδια μπροστά στη χαρά του να αγαπάς και στην αιώνια απόλαυση του παραδείσου. Σκουπίδια και μπροστά στην οδύνη της κόλασης. Τις δικαιολογίες, ότι δεν υπάρχει κόλαση κι ότι ο παράδεισος είναι πολύ μακριά και ίσως δεν υπάρχει, να τις αφήσω για άλλους. Ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχει παράδεισος και κόλαση, από τις εμπειρίες των αγίων και πολλών κοινών ανθρώπων όλων των εποχών, που είδαν τη μετά θάνατον πραγματικότητα ενώ ακόμα ζούσαν. Άλλωστε, το κακό δεν πρέπει να το σταματάμε από φόβο για την κόλαση ή από σκοπιμότητα για τον παράδεισο, αλλά από αγάπη στο Θεό και στον πλησίον.
να εξομολογηθώ τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της σαρακοστής και να κοινωνήσω (να μεταλάβω) τουλάχιστον δύο φορές…
Αν δεν έχω εξομολογηθεί ποτέ μέχρι τώρα, να μια καλή ευκαιρία ν’ αρχίσω. Φέτος, όχι του χρόνου, σήμερα, όχι αύριο – γιατί δεν ξέρω αν θα ζω του χρόνου ή αύριο, και μπορεί να φύγω χωρίς να έχω καθαρίσει καμιά αμαρτία από την ψυχή μου, καταλεκιασμένος και καταλερωμένος! Όχι, δεν πρέπει να πάθω τέτοιο κακό από την ανοησία μου.
Για να δώσεις αίμα χρειάζεται θάρρος, και για να εξομολογηθείς το ίδιο. Άμα φτάσεις εκεί θα δεις ότι όχι μόνο δεν είναι τίποτα, αλλά αντίθετα είναι μια πράξη πάρα πολύ ευχάριστη, που αναπαύει την ψυχή και τη βοηθάει να λυτρωθεί ακόμη κι από το άγχος της καθημερινότητας.
Για την εξομολόγηση παραθέτω μερικές επεξηγήσεις, πάλι από το άλλο άρθρο:
Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.
Ο μυθικός Νάρκισσος, ερωτευμένος με τον εαυτό του (από αυτό το πολύ ενδιαφέρον post).
Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδαριογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες (κι όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι), παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.
Η Γιαγιά Λαμπρινή της Άρτας: μια σύγχρονη αγία της διπλανής πόρτας, πνευματική μητέρα και οδηγός πολλών αθρώπων, όχι λιγότερο σοφών από σένα, αγαπητέ μπλογκοναύτη.

…να παρακολουθήσω (πιο σωστά: να συμμετάσχω) στην προηγιασμένη και να πάω ν’ ακούσω τους Χαιρετισμούς, έστω κι αν χρειαστεί να κλείσω το μαγαζί μου, ν’ αφήσω τη δουλειά μου, ν’ αναβάλω ένα ραντεβού ή να λείψω απ’ το φροντιστήριο (αν είμαι μαθητής) για κανα-δυο ωρίτσες. Αξίζει!
Η «προηγιασμένη» είναι μια σύντομη λειτουργία, που τελείται στο ναό συνήθως κάθε Τετάρτη βράδυ και κάθε Παρασκευή πρωί όλη τη Μεγ. Σαρακοστή. Η βραδινή προηγιασμένη είναι μια πανέμορφη λειτουργία, με χαμηλό φωτισμό, τον ιερέα στα μαύρα και γενικά ατμόσφαιρα γεμάτη συγκίνηση («κατάνυξη»). Σ’ αυτή τη λειτουργία δεν τελείται η θεία Μετάληψη, αλλά ο ιερέας φέρνει και προσφέρει σε όποιον θέλει να μεταλάβει θεία Μετάληψη από την προηγούμενη Κυριακή – γι’ αυτό λέγεται «προ-ηγιασμένη» ή θεία λειτουργία «των προηγιασμένων Δώρων» [=θεία Μετάληψη], επειδή δεν αγιάζεται εκείνη την ώρα, αλλά έχει αγιαστεί από πριν.
Η προετοιμασία της θείας μετάληψης στην πρόθεση (λεπτομέρειες εδώ)
Τη Μεγ. Σαρακοστή δεν γίνεται κανονική λειτουργία, παρά μόνο Σάββατο, Κυριακή και κάποιες μεγάλες γιορτές (π.χ. του Ευαγγελισμού). Τις άλλες μέρες γίνεται μόνο προηγιασμένη. [Σημείωση: "λειτουργία" ονομάζεται ΜΟΝΟ εκείνη η τελετή, στην οποία μεταλαβαίνουμε, ΟΧΙ κάθε τελετή που γίνεται στην εκκλησία]. Ο λόγος; Η ορθόδοξη λειτουργία έχει κεντρική αναφορά στην ανάσταση του Χριστού, ενώ η Μεγ. Σαρακοστή είναι μια περίοδος με κεντρική αναφορά στη σταύρωση. Έτσι, δεν ταιριάζει η κανονική λειτουργία. Την Κυριακή όμως ταιριάζει, γιατί κάθε Κυριακή όλο το χρόνο είναι πάντα γιορτή της ανάστασης του Χριστού, ενώ το Σάββατο γίνεται λειτουργία για τις ψυχές των νεκρών, γιατί το Σάββατο είναι η μέρα των νεκρών στην Ορθοδοξία (δε λέμε «νεκρών», αλλά «κεκοιμημένων», γιατί δεν υπάρχει θάνατος, όλοι είναι ζωντανοί στον ουρανό και περιμένουν την ανάστασή τους στη Δευτέρα Παρουσία, για την οποία μίλησε πολλές φορές ο Ιησούς).
Οι Χαιρετισμοί σίγουρα ξέρεις τι είναι: ένα μεγάλο ποίημα, από τα ωραιότερα παγκοσμίως, που απευθύνεται στην Παναγία και το έχει γράψει μάλλον ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ένας μεγάλος ποιητής και μουσικός του 7ου αιώνα μ.Χ. Έχει 24 στροφές, που αρχίζει κάθε μία και με ένα γράμμα της αλφαβήτου, κατά σειρά. Το κόβουμε σε 4 μέρη και λέμε ένα κάθε Παρασκευή βράδυ τη Μεγ. Σαρακοστή, ενώ την 5η Παρασκευή το λέμε όλο μαζί (είναι ο Ακάθιστος Ύμνος). Τους Χαιρετισμούς τους λέει ο παπάς (κάνει μια μουσική απαγγελία, όπως γινόταν στο Βυζάντιο), αλλά, πριν βγει να τους απαγγείλει μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, οι ψάλτες ψάλλουν ένα άλλο υπέροχο μουσικό και ποιητικό έργο, γραμμένο από τον άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο (μεγάλο ποιητή και μουσικό του 9ου αιώνα), τον «κανόνα των Χαιρετισμών» (κανόνας ας πούμε ότι είναι ένα είδος της κλασικής μουσικής του Βυζαντίου).


Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, μεγάλος ποιητής, μουσικός και μελετητής της ανθρώπινης ψυχής, δημιουργός του Μεγάλου Κανόνα (η εικόνα από εδώ).

να πάω στην εκκλησία ν’ ακούσω το Μεγάλο Κανόνα την Τετάρτη της 5ης εβδομάδας της Σαρακοστής. Ο Μεγ. Κανόνας είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο μουσικό και ποιητικό έργο του αγίου Ανδρέα Κρήτης (έζησε ανάμεσα στον 6ο και τον 7ο αι. μ.Χ.), που, με πολλά παραδείγματα από την Αγία Γραφή (που τα έχει κάνει ποίημα), κάνει εξαιρετικές αναλύσεις της ανθρώπινης ψυχής και μιλάει για το πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, τι μορφές παίρνουν τα πάθη (οι πνευματικές εξαρτήσεις που οδηγούν στην αμαρτία) και πώς μπορεί να πλησιάσει ξανά το Θεό και ν’ απαλλαγεί από τα πάθη του. Είναι ένα ποίημα με μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για τους ψυχολόγους, γιατί εμβαθύνει πολύ σ’ αυτά που έχει κάθε άνθρωπος στην ψυχή του 
Γιορτές μέσα στη Μεγ. Σαρακοστή
Εκτός από τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου, όπως είπαμε), η Μεγ. Σαρακοστή έχει και πολλές άλλες γιορτές.
Το 1ο Σάββατο (της πρώτης εβδομάδας) γιορτάζουμε το θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνα στην ΚΠολη, όταν εμφανίστηκε στο όνειρο του αρχιεπισκόπου Ευδόξιου, γύρω στο 360 μ.Χ., και τον ενημέρωσε πως ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης διέταξε να ραντίσουν όλα τα νηστίσιμα τρόφιμα της αγοράς με αίμα ζώων, που είχαν θυσιαστεί στα είδωλα. Έτσι, οι χριστιανοί δεν έπρεπε ν’ αγοράσουν τίποτα, αλλά να βράσουν σιτάρι και να φάνε αυτό όλη την εβδομάδα. Κι επειδή το βρασμένο σιτάρι λέγεται «κόλλυβα», το γεγονός λέγεται «θαύμα των κολλύβων». Ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων ήταν ένα παλληκάρι που βασανίστηκε πολύ για τη χριστιανική του πίστη και τελικά κάηκε ζωντανός από τις ρωμαϊκές αρχές το 297 μ.Χ. (δηλ. περίπου 100 χρόνια πριν την εμφάνισή του στο όνειρο του πατριάρχη).
Την Α΄ Κυριακή των νηστειών («Κυριακή της Ορθοδοξίας») γιορτάζουμε τον τερματισμό της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο, με τη σύνοδο του 843 μ.Χ. Η Εικονομαχία δεν ήταν κάποιου είδους «κοινωνική μεταρρύθμιση» (όπως μυθολογούν κάποιοι) αλλά ένας σκληρός εμφύλιος πόλεμος για το Βυζάντιο, όπου οι εικονομάχοι αυτοκράτορες υπέβαλαν σε βασανιστήρια και θάνατο όποιον χριστιανό συνέχιζε να τιμάει τις εικόνες του Χριστού και των αγίων. Έτσι, ο τερματισμός της, εκτός από θρησκευτική σημασία, είχε και μεγάλη κοινωνική σημασία, γιατί σταμάτησε η άσκοπη αιματοχυσία!

Τη Β΄ Κυριακή των νηστειών γιορτάζουμε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, άγιο του 14ου αιώνα, που έφερε την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη, όταν έγινε επίσκοπος της πόλης μέσα στον εμφύλιο πόλεμο με το κίνημα των Ζηλωτών, και υπερασπίστηκε την πεποίθηση των χριστιανών ότι: α) για να γίνει κάποιος άγιος δε χρειάζεται να είναι μορφωμένος φιλοσοφικά, αρκεί με την καρδιά του να πλησιάσει το Θεό και τον πλησίον, ακόμη κι αν είναι αγράμματος˙ β) ο Θεός αγιάζει και το σώμα του ανθρώπου, όχι μόνο την ψυχή του, γι’ αυτό ο άγιος μπορεί να δει το Φως του Θεού και με τα σωματικά του μάτια κι όχι μόνο με «τα μάτια του νου του» – άρα το ανθρώπινο σώμα, καθώς ενώνεται με τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού), είναι ιερό και άγιο κι όχι ένα σκουπίδι προορισμένο να εξαφανιστεί (αυτός είναι κι ένας βασικός λόγος που δεν καίμε τους νεκρούς μας, όπως κάνουν πολιτισμοί που πιστεύουν πως το ανθρώπινο σώμα δεν έχει καμιά αξία, π.χ. οι Ινδοί ή οι αρχαίοι Έλληνες).
 
Η Γ΄ Κυριακή των νηστειών είναι η «Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης»: ο ιερέας στη λειτουργία προσφέρει στο λαό ένα σταυρό, τον οποίο οι χριστιανοί ασπάζονται (χαιρετούν με φίλημα, κοινώς προσκυνούν), για να πάρουν δύναμη να συνεχίσουν τον ηθικό και σωματικό αγώνα της νηστείας. Υπ’ όψιν ότι το σταυρό δεν τον λατρεύουμε, μόνο τον τιμάμε επειδή έγινε το μέσο για τη σωτηρία μας και ποτίστηκε με το αίμα του Χριστού, όπως δε λατρεύουμε την Παναγία, τους αγίους, τις εικόνες ή τα άγια λείψανα. Όμως η πείρα των αιώνων έχει αποδείξει ότι μέσω όλων αυτών, και του σταυρού, η θεία χάρη έρχεται στον άνθρωπο, όταν τη ζητάει με ταπείνωση και αγάπη (δες ένα πολύ κατατοπιστικό άρθρο για το θέμα). Δεν είμαι εγωιστής, να νομίζω πως «δε μου χρειάζονται» όλ’ αυτά γιατί «εγώ είμαι ανώτερος απ’ τη γιαγιά μου, που τα πίστευε», γι’ αυτό, Θεού θέλοντος, την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης θα πάω κι εγώ στην εκκλησία να προσκυνήσω το σταυρό, που συμβολίζει το σταυρό του Χριστού. Εσύ, αν είσαι πιο σοφός από μένα, κάνε ό,τι θέλεις, αδελφέ μου.
Τη Δ΄ Κυριακή των νηστειών γιορτάζουμε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ένα πολύ μεγάλο άγιο και σπουδαίο συγγραφέα, που μελέτησε σε βάθος την ανθρώπινη ψυχή και συμπεριφορά κι έγραψε ένα από τα πιο σπουδαία βιβλία όλων των εποχών. Λέγεται «Κλίμαξ» (σκάλα) και περιγράφει αναλυτικά, με πολλά παραδείγματα και μεγάλο ενδιαφέρον και για κάθε χριστιανό αλλά και για τους ψυχολόγους, τα ανθρώπινα πάθη και τις αρετές, δηλ. τα σκαλοπάτια που με κατεβάζουν μακριά απ’ το Θεό και τα σκαλοπάτια που με ανεβάζουν προς Αυτόν (για να το διαβάσεις, κλικ εδώ). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος έζησε τον 7ο
  αιώνα μ.Χ. στο μοναστήρι του Σινά, γι’ αυτό λέγεται και «Ιωάννης ο Σιναΐτης», και είναι από τους σημαντικότερους συγγραφείς παγκοσμίως.
Την Ε΄ Κυριακή των νηστειών γιορτάζουμε την αγία Μαρία την Αιγυπτία, μια διάσημη πόρνη της Αλεξάνδρειας, που μετάνιωσε για τον τρόπο ζωής της, εγκατέλειψε την πορνεία (κυριολεκτικά την παράτησε μέσα σ’ ένα λεπτό) και πήγε να ζήσει στην έρημο του Ιορδάνη ποταμού προσπαθώντας να πλησιάσει το Χριστό με τη συνεχή προσευχή. Η αφορμή της αλλαγής της ήταν ότι πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τον Άγιο Τάφο και κάτι σαν αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να μπει μέσα… Έγινε μεγάλη αγία και τη βιογραφία της την έγραψε ο άγιος Ζωσιμάς, που καθοδηγήθηκε από άγγελο να τη βρει μέσα στην έρημο μετά από 47 χρόνια. Μάλιστα την κοινώνησε (τη μετάλαβε) και, μετά από ένα χρόνο, πήγε να την κηδέψει (του είχε κλείσει ραντεβού η ίδια, που ήξερε ότι θα πέθαινε) και την έθαψε στην έρημο με τη βοήθεια ενός λιονταριού! Η αγία Μαρία ταιριάζει απόλυτα να γιορτάζεται τη Σαρακοστή, γιατί φανερώνει πόσο μπορεί ν’ αλλάξει ένας άνθρωπος αν το θέλει κι αν αγωνιστεί σκληρά με τη βοήθεια του Θεού. [Βιογραφικά της και σύγχρονα σχόλια στο post μας Η πιο sexy απ' όλες].


Ο άγιος Ζωσιμάς μεταλαβαίνει την αγία Μαρία την Αιγυπτία, τη μεγάλη δασκάλα της αλλαγής της ζωής.

Τέλος, η Στ΄ Κυριακή των νηστειών είναι η Κυριακή των Βαΐων, με την οποία μπαίνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα και οδηγούμαστε από τα Πάθη στην Ανάσταση του Χριστού, με σκοπό να φτάσουμε, με τη βοήθειά Του, και στην ανάσταση της αγάπης μέσα στην καρδιά μας – μια ανάσταση που θα μας οδηγήσει στο Θεό και στον αιώνιο παράδεισο.
Καλή ανάσταση λοιπόν, καλή Μεγάλη Σαρακοστή και καλό παράδεισο, εαυτέ μου – για μένα τα ’γραφα όλα τούτα, αν δεν το καταλάβατε – και, άντε, καλή ανάσταση και καλό παράδεισο, αδελφοί. Ο Χριστός μαζί σας.

Σημείωση: Ο Μεγάλος Κανόνας (από εδώ)

Στην αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, στο μεγάλο απόδειπνο των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών διαβάζεται χωρισμένος σε τέσσερα μέρη ο Μεγάλος Κανόνας και ολόκληρος την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Ψάλλεται σε ήχο πλ. β΄ που είναι ιδιαίτερα κατανυκτικός, εκφραστικός του πένθους και της συντριβής της καρδιάς
Μπορούμε να περιγράψουμε το κανόνα αυτό σαν ένα θρήνο μετάνοιας που μας μεταφέρει στο βάθος και στο πεδίο δράσης της αμαρτίας, κλονίζοντας τη ψυχή μας με την απόγνωση, τη μετάνοια και την ελπίδα. Με μιά μοναδική τέχνη ο Άγιος Ανδρέας συνυφαίνει τα μεγάλα βιβλικά θέματα: Αδάμ και Εύα, Παράδεισος και Πτώση, Πατριάρχες, Νώε και κατακλυσμός, Δαβίδ, Χώρα της Επαγγελίας και τελικά Χριστός και Εκκλησία, ομολογία των αμαρτιών και μετάνοια. Τα γεγονότα της ιερής ιστορίας παρουσιάζονται σαν γεγονότα της ζωής μου. Οι ενέργειες του Θεού στο παρελθόν αποβλέπουν σε μένα και στη σωτηρία μου, η τραγωδία της αμαρτίας και η προδοσία παρουσιάζονται σαν προσωπικά δική μου τραγωδία. Η ζωή μου παρουσιάζεται σαν ένα κομμάτι της μεγάλης πάλης ανάμεσα στο Θεό και τις δυνάμεις του σκότους που επαναστατούν εναντίον του.
Η πνευματική ιστορία του κόσμου είναι επίσης και δική μου ιστορία. Γίνονται για μένα μια πρόκληση με τα αποφασιστικά γεγονότα και τις πράξεις από το παρελθόν, που το νόημά τους και η δύναμή τους είναι αιώνια, γιατί κάθε ανθρώπινη ψυχή - μοναδική και ανεπανάληπτη - συγκινείται από το ίδιο δράμα, αντιμετωπίζει την ίδια τελικά εκλογή, ανακαλύπτει την ίδια πραγματικότητα.
Το έργο και ο σκοπός του Μεγάλου Κανόνα είναι να ξεσκεπάσει την αμαρτία και έτσι να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Η αποκάλυψη αυτή, δεν γίνεται με ορισμούς και απαριθμήσεις, αλλά με μια βαθειά ενατένηση στη μεγάλη βιβλική ιστορία που είναι η ίδια η ιστορία της αμαρτίας, της μετάνοιας και της συγγνώμης.
Καταλαβαίνουμε ότι αμαρτία είναι, πρώτα απ' όλα, η άρνηση ότι η ζωή είναι προσφορά ή θυσία στο Θεό, με άλλα λόγια δηλαδή, η άρνηση ότι η ζωή έχει θεϊκό προσανατολισμό, ότι η αμαρτία, επομένως, είναι από τις ρίζες της, η παρέκκλιση της αγάπης μας από τον τελικό σκοπό της.
Για να καταλάβουμε σωστά τον Μεγάλο Κανόνα θα πρέπει να ξέρουμε την Αγία Γραφή και να έχουμε την ικανότητα να μεταφέρουμε τα νοήματά του στη ζωή μας.
<<Κανόνες>> στην εκκλησιαστική υμνογραφία λέγονται ύμνοι μεγάλοι, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται <<Ωδές>>. Κάθε <<Ωδή>> (σημαίνει άσμα θρησκευτικό, από το ρήμα άδω) αποτελείται από τον <<ειρμό>>, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα και βάση των στροφών που ακολουθούν, τα λεγόμενα τροπάρια (τρέπονται σύμφωνα με τον ειρμό).

Μέγας ονομάσθηκε για την έκτασή του, αποτελείται από εννέα ωδές, έντεκα ειρμούς (η β΄και η γ΄ ωδή έχουν από δύο ειρμούς) και 250 τροπάρια (25 η α΄ ωδή, 41 η β΄, 28 η γ΄, 29 η δ΄, 23 η ε΄, 33 η στ΄, 22 η ζ΄, 22 η η΄ και 27 η θ΄).
Συντάχθηκε από τον Άγιο Ανδρέα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα 660 στη Δαμασκό. Έγινε μοναχός στα Ιεροσόλυμα και κληρικός στη Κωνσταντινούπολη. Ψηφίσθηκε μετά το 710 αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, κυρίως υμνογραφικό και ομηλιτικό.
Την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, στα μοναστήρια ψάλλεται ολόκληρος την δ΄ ώρα της νύκτας, γύρω στα μεσάνυχτα και στους ενοριακούς ναούς το βράδυ της Τετάρτης μαζί με το μικρό απόδειπνο, της ίδιας εβδομάδας.
Το θέμα και το σκοπό του Κανόνα περιγράφει το συναξάρι της Ε΄ Εβδομάδας των Νηστειών: <<Ο ποιητής, με πλήθος αγιογραφικών ιστορημάτων και παραδειγμάτων, θετικών και αρνητικών, από την πλάση και τη πτώση του Αδάμ ως την Ανάληψη του Χριστού και τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητος από τους Αποστόλους, παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται τις καλές πράξεις, ν' αποφεύγει τις φαύλες και να καταφεύγει πάντα στο Θεό με μετάνοια, δάκρυα, εξομολόγηση και κάθε ευαρέστηση.>>


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

» Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνια. Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνια. Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνια. Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνια. Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ἡ πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας, καὶ εἴ τις διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς, καὶ ζωοποιεῖται·
ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν,  εὐφροσύνην ὑπὲρ οἶνον δεχόμενος.
Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων·  οὐ γὰρ εὐφραίνει κοιλίαν, ἀλλὰ καρδίαν, καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει.
Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ συνελθὸν πανταχόθεν καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος·
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν·  ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος· ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι.

Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος, ὅτι ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι;
Ἐνταῦθα ὑποδήματα, τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει· ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται.
Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων· Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου.
Διὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις, ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα, καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα.
Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν· Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι·
αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί.  Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ αὐτοῦ· καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος, καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ, λέγοντες·
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα;  τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς;  σὺ τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς, σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς, καὶ θηρίοις φοβερός.
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα; τί ἀδολεσχεῖς;  Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος. Σὺ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης,
σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης, σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας, σὺ Ἰωάννης κέκλησαι, ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται.

Τί τοίνυν συκοφαντεῖς ἑαυτόν;
Οὐκ ἔχεις τὸν ἰσχυρότερόν σου.  Ὁ δὲ Ἰωάννης, ὡς δοῦλος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου μαρτυρῶν, θεϊκὴν ἀξίαν σφετερίσασθαι μὴ καταδεξάμενος, ἀντεβόα τοῖς ἀντιβαίνουσιν ὄχλοις λέγων·
Ὑμεῖς, ὃ οὐκ οἴδατε, λέγετε·  ἐγὼ, ὃ οἶδα, μαρτυρῶ. Ἰσχυρότερός μου ἔρχεται.
Ἐγὼ δι’ ἐκεῖνον, ἐκεῖνος οὐ δι’ ἐμέ·
ἐγὼ ἐκ στείρας, ἐκεῖνος ἐκ παρθένου·
ἐγὼ στρατιώτης, ἐκεῖνος βασιλεύς·
ἐγὼ πρόδρομος, ἐκεῖνος οὐράνιος·
ἐγὼ τὸ Πνεῦμα δεδανεισμένος, ἐκεῖνος ζωὴν παρέχει πᾶσιν ἀνθρώποις·
ἐγὼ μετανοίας κήρυξ, ἐκεῖνος υἱοθεσίας δοτήρ·
ἐγὼ βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι, προκαθαίρων ὑμᾶς ὡς σκεύη ῥερυπωμένα ταῖς ἁμαρτίαις, ἐκεῖνος ἐμβαλεῖ τὸ μύρον τῆς χάριτος·
Αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ,  οὐ καυστικῷ, ἀλλὰ ἁγιαστικῷ.
Ἐγὼ νουθεσίας γλῶτταν κινῶ, ἐκεῖνος δικαιοκρισίας πτύον βαστάζων, καὶ τοὺς μὲν δικαίους ὥσπερ σῖτον ὡραῖον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῶν οὐρανῶν ἀνενέγκει, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς καὶ μὴ μετανοήσαντας ὡς ἄχυρα τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ παραδώσει.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ἐκεῖνον προσμείνατε, παρ’ ἐκείνου τὸ τέλειον δέξασθε βάπτισμα·
ἐγὼ λύχνος ἐν μέρει, ἐκεῖνος ἥλιος πανταχοῦ.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστί.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος καὶ παραπλήσια τούτων, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ βαπτισθέντες ὄχλοι προσέμενον ἀντιβάλλοντες πρὸς ἀλλήλους, καὶ λέγοντες·
Καρτερήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν μέλλουσαν διαβαίνειν βασιλείαν ἢ φαντασίαν· ἐφόρτωσεν ἡμῶν τὰς ἀκοὰς Ἰωάννης καταπληκτικοῖς λόγοις·
ἰσχυρότερον αὐτοῦ παραγενέσθαι λέγει, πτύον καὶ πῦρ καὶ Πνεῦμα φέροντα.
Ἐν τούτοις τῶν ὄχλων καραδοκούντων κοσμικῆς βασιλείας παρουσίαν, ἑνὶ ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης καὶ Θεὸς ἄνωθεν διαβαῖνον, ἰδὲ καὶ ὁ Κύριος τῇ ὄψει τῆς ἐνανθρωπήσεως, μόνος, λιτὸς, μονοχίτων, ὡς εἷς τῶν ὅλων ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην φθάσας, προσέκλινε τὴν κεφαλὴν τῷ Ἰωάννῃ, θέλων ὑπ’ αὐτοῦ βαπτισθῆναι.
Ταύτην τοίνυν τὴν ταπεινὴν θέαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιστασίας ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης παρὰ πολλὴν προσδοκίαν θεασάμενος, ἰλιγγίασεν, ἠπόρησε, καὶ ἐξεπλάγη·
τόπος φυγῆς περιεβλέπετο, θέλων δραπετεῦσαι· καὶ οὐχ ηὕρησεν· ἀοράτος γὰρ ἦν κρατούμενος καὶ συνεχόμενος· ἐβόα πρὸς τὸν κρατοῦντα Κύριον λέγων·
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;  Τί ποιεῖς, Δέσποτα; τί προδίδως με τοῖς ὄχλοις εἰς θάνατον;  Νῦν ὡς ψευδολόγον. ὄχλοι λιθάσουσιν·
ἐγὼ μεγάλα περὶ σοῦ ἐκήρυξα, καὶ σὺ ὡς λιτὸς  καὶ ξένος παραγέγονας.
Τί ποιεῖς, Δέσποτα;
καὶ ἄνω Υἱὸς βασιλέως, καὶ κάτω Υἱὸς βασιλέως·
καὶ οὐδαμῶς σκῆπτρον βασιλικόν;
Δεῖξόν σου τὴν ἀξίαν·
τί μόνος καὶ λιτὸς παραγέγονας;
ποῦ σου τὸ τῶν ἀγγέλων στῖφος;
ποῦ τὸ τῶν ἀρχαγγέλων τάγμα;
ποῦ σου ἡ ἑξαπτέρυγος τῶν Χερουβὶμ λειτουργία;
ποῦ τὸ πτύον;
ποῦ τὸ πῦρ;
ποῦ σου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;
Μωϋσῆν ἐδόξασας, νεφέλην φωτεινὴν παρέστησας, στῦλον πυρὸς πορεύεσθαι αὐτῷ παρεσκεύασας, τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀγγελικῇ δόξῃ περιήστραψας, τὸν δοῦλον ἐν τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφίασας, καὶ σὺ ὁ Δεσπότης ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι παραγενόμενος τὴν κεφαλήν μοι προσκλίνεις;
Ἀνάνευσον, κεφαλὴ πάντων ὑπάρχεις·  δεῖξον ὅπερ εἶς· ἔδειξας τὰ ταπεινὰ, δεῖξον καὶ τὰ ὑψηλά·
βάπτισον τοὺς παρόντας, καὶ πρὸ πάντων ἐμέ.
Τί βαπτίσαι θέλων;  Ὁ Ἰορδάνης οὐ δέξεται· ἐγνώρισέ σε τὸν ποιητὴν, ἀνέτρεψε τὰ ῥεῖθρα εἰς τὰ ὀπίσω, οὐ προβαίνει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, ἀρνεῖται τὴν τάξιν.
Τὰ στοιχεῖα γνωρίζουσι, κἀγὼ μὴ γνωρίσω;  Εἰ θέλεις βαπτισθῆναι, ἑαυτὸν βάπτισον. Οὐκ ἐκτείνω τὰς χεῖρας· ἀρνοῦνται τὴν σύνθεσιν, ναρκῶσι, συστέλλονται·
ὃ οὐκ ἐδιδάχθησαν κρατεῖν, οὐκ ἐπιδέχονται.  Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Οἶδά σε τίς εἶ, καὶ γινώσκεις ὅτι οἶδά σε. Τί με κρύπτεις τὸν εἰδότα σε; Ἐν τῇ νηδύϊ τῆς μητρός μου ὑπάρχων κατεσφαλισμένος,
καὶ πρὸ καιροῦ τὴν ἔξοδον μὴ εὑρίσκων, μόνον ἐθεασάμην σε φερόμενον ὑπὸ τῆς παρὰ σοῦ φερομένης· ἐγνώρισά σε, καὶ τί λαλεῖν μὴ εὑρίσκων, τὸ τῆς μητρός μου χρησάμενος στόμα, ἐβόησα δι’ αὐτῆς τὰ ἐμὰ λέγων· Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἐκεῖ οὐκ ἐσφάλην, καὶ ὧδε οὐ γινώσκω;
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτὸν, καθὼς ἀρτίως ἤκουες· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ἄφες ἄρτι· οὐκ οἶδας ὃ λέγεις· ἐγὼ οἶδα ὃ πραγματεύομαι. Τὴν δόξαν τῆς θεότητός μου ζητεῖς ἀποκαλυφθῆναί σοι· οὐκ ἔχει ὁ καιρός· πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν.

Σὺ ἀληθεύεις, ἀλλ’ οὐ πιστεύῃ· ἄπιστον γὰρ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος· οὐ γεννήματα ἐχιδνῶν αὐτοὺς προσηγόρευσας; Πῶς οὖν τούτοις ἀνακαλυφθῆναί με θέλεις;
Οὐ δέχονταί σου τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν· ὑπονοοῦσί σε διὰ τὸ ὕποπτον, ὡς εἶναι πρόδρομον· Ἄφες ἄρτι, μείζονα μαρτυρίαν δέξονται.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ὁ δὲ Ἰωάννης λέγει πρὸς αὐτόν· Πῶς, Δέσποτα;
Καὶ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· Ὥσπερ περιετμήθην, ἵνα τὸν νόμον πληρώσω, βαπτίζομαι ἵνα τὴν χάριν κυρώσω. Ἐὰν μέρος πληρώσω, καὶ μέρος καταλείψω,
κολοβὸν καταλιμπάνω τὴν οἰκονομίαν· δεῖ με πάντα πληρῶσαι, ἵνα μετὰ ταῦτα γράψῃ Παῦλος· Πλήρωμα νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἄφες, Ἰωάννη, τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν ἁγιασθῆναι· δεῖ με πάντα πληρῶσαι.
Εἰ μὴ ἐγὼ ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, οὐ καταδέξεται βασιλεὺς ὑπὸ ἱερέως πτωχοῦ βαπτισθῆναι. Ἄφες ἄρτι, ἄφες ἄνωθεν τὸν Πατέρα ἐπιβοῆσαι,
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἵνα μὴ ἄρχωνται οἱ Ἰουδαῖοι λέγειν υἱὸν τοῦ τέκτονος, ἀλλὰ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός. Ἄφες ἄρτι· μὴ ἀντίβαινε τῷ Ἀδάμ· δεύτερος Ἀδὰμ γέγονα, τὸν ἐκείνου ῥύπον τῶν πλημμελημάτων ἐκπλῦναι θέλων· εἰ μὴ ἐγὼ βαπτισθῶ, πῶς ἐκεῖνος καθαρισθήσεται; Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τριάκοντα ἐτῶν βαπτίζομαι, τὸν ἐκείνου χρόνον ἐκδεχόμενος, ἵνα τῷ ἐκείνου τὸ ἐμὸν κυρωθῇ. Ἄφες ἄρτι, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου· Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Καὶ ἦν ἰδεῖν θεωρίαν φρικώδη. Ἥψατο μὲν τῆς κορυφῆς τοῦ Δεσπότου σύντρομος ὁ Ἰωάννης· ἄνωθεν δὲ οὐρανῶν ἀνοιχθέντων, κατεσκόπουν ἄγγελοι τὸ γενόμενον·
Πνεύματος δὲ χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς τῇ τοῦ Δεσπότου κεφαλῇ προσφοιτῶσα, τὴν τοῦ Ἰωάννου δεξιὰν παρωθεῖτο.
Εἱστήκει δὲ τὸ πλῆθος ἀπορούμενον ἐπὶ πλέον, καὶ τὸ, Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους λαλοῦν. Εἶτα ὡς ἀποκρινάμενος τοῖς πλήθεσι,
Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους ζητοῦσιν, ἐβόησεν ὁ Πατὴρ, λέγων·
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε.
Βοᾷ τὴν εἰς τὸν Υἱὸν ὁ γεννήτωρ φιλοστοργίαν, ἵνα μάθῃς τὴν τοῦ Κτίστου περὶ τὸν κόσμον διάθεσιν, ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τῶν τοιούτων δούλων Υἱὸν ἀπέδωκεν,
ὑπὲρ μισουμένων τὸν ποθούμενον, ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν τὸν ἀναμάρτητον, ὑπὲρ ἀδόξων τὸν ἔνδοξον.
Δοξάσωμεν οὖν τὸν ἐπιφανέντα Δεσπότην σὺν τῷ Πατρὶ,  καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Η Προσευχή του Ιησού π Καλλίστου Γουέαρ




π Καλλίστου Γουέαρ

«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Ας εξετάσουμε τι έχει να μας πει αυτή η προσευχή για την ενσάρκωση του Ιησού Χριστού και για τη θεραπεία μας απ' αυτόν και μέσα σ' αυτόν.

Υπάρχουν στην Προσευχή του Ιησού δύο «πόλοι» ή δύο ακραία σημεία. «Κύριε...Υιέ του Θεού»· η Προσευχή μιλάει πρώτα για τη δόξα του Θεού, διακηρύσσοντας τον Ιησού σαν Κύριο όλης της δημιουργίας και σαν τον αιώνιο Υιό. Έπειτα στο κλείσιμό της η Προσευχή στρέφεται στην καταστασή μας ως αμαρτωλών -αμαρτωλών εξ αιτίας της πτώσης, αμαρτωλών από τις προσωπικές μας πράξεις τις λαθεμένες: «... με τον αμαρτωλόν». Είναι σημαντικό το ότι λέμε «ελέησόν με τον αμαρτωλόν»- σα να ήμουν εγώ ο μοναδικός αμαρτωλός.

Έτσι η προσευχή αρχίζει με λατρεία και τελειώνει με μετάνοια. Ποιος ή τι μπορεί να συμφιλιώσει αυτά τα δύο άκρα της θείας δόξας και της ανθρώπινης αμαρτωλότητας; Υπάρχουν τρεις λέξεις στην Προσευχή που δίνουν την απάντηση.

Η πρώτη είναι «Ιησούς», το προσωπικό όνομα που δόθηκε στο Χριστό μετά την ανθρώπινη γέννησή του από την Παρθένο Μαρία. Αυτό το όνομα έχει την έννοια του Σωτήρα· καθώς είπε ο άγγελος στο θετό πατέρα του Χριστού, τον άγ. Ιωσήφ: «και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού των αμαρτιών αυτών» (Ματθ. 1, 21).

Η δεύτερη λέξη είναι ο τίτλος «Χριστός», η αντίστοιχη ελληνική απόδοση του «Μεσσίας», που σημαίνει Αυτός που έχει χριστεί από το Άγιο Πνεύμα του Θεού. Για τους Εβραίους της Π. Διαθήκης ο Μεσσίας ήταν ο αναμενόμενος λυτρωτής, ο μελλοντικός βασιλιάς που με τη δύναμη του Πνεύματος θα τους ελευθέρωνε από τους εχθρούς τους.

Η τρίτη λέξη είναι «έλεος», ένας όρος που σημαίνει αγάπη στην πράξη, αγάπη που εργάζεται για να φέρει τη συγχώρεση, την απελευθέρωση, την ολοκλήρωση. Το να έχεις έλεος σημαίνει ν' απαλλάξεις τον άλλο από την ενοχή που δεν μπορεί να εξαλείψει με τις δικές του προσπάθειες· να τον απαλλάξεις από τα χρέη που ο ίδιος δεν μπορεί να πληρώσει· να τον γιατρέψεις από την αρρώστεια, για την οποία δεν μπορεί να βρει αβοήθητος καμμιά γιατριά. Ο όρος «έλεος» σημαίνει ακόμη ότι όλ' αυτά προσφέρονται σαν ένα ελεύθερο δώρο· αυτός που ζητάει έλεος δεν έχει απαιτήσεις απ' τον άλλο, δεν έχει δικαιώματα για να τα επικαλεστεί.

Η προσευχή του Ιησού λοιπόν δείχνει και το πρόβλημα του ανθρώπου και τη λύση του Θεού. Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας, ο κεχρισμένος βασιλιάς, αυτός που έχει το έλεος. Αλλά η προσευχή μας λέει ακόμη κάτι περισσότερο για το πρόσωπο του ίδιου του Ιησού. Προσφωνείται «Κύριος» και «Υιός του Θεού»· εδώ η Προσευχή μιλάει για τη θεότητά του, για την υπερβατικότητα και για την αιωνιότητά του. Προσφωνείται όμως εξ ίσου «Ιησούς», δηλ. με το προσωπικό όνομα που η μητέρα του και ο θετός του πατέρας του έδωσαν μετά την ανθρώπινη γέννησή του στη Βηθλεέμ. Έτσι η Προσευχή μιλάει επίσης για την ανθρώπινη φύση του, για την γνήσια πραγματικότητα της ανθρώπινης γέννησής του.

Η Προσευχή του Ιησού είναι επομένως μια κατάφαση της πίστης στον Ιησού Χριστό που είναι και αληθινός Θεός και απόλυτα άνθρωπος. Είναι ο Θεάνθρωπος που μας σώζει από τις αμαρτίες μας, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να έρθει στο Θεό, έτσι ο Θεός ήρθε στον άνθρωπο -κάνοντας τον εαυτό του ανθρώπινο. Μέσα στην «εκστατική» του αγάπη, ο Θεός ενώνεται με τη δημιουργία του πιο στενά από την κάθε δυνατή ένωση, καθώς γίνεται ο ίδιος αυτό που δημιούργησε. Ο Θεός σαν άνθρωπος εκπληρώνει το μεσολαβητικό έργο που ο άνθρωπος απέκρουσε κατά την πτώση. Ο Ιησούς, ο Σωτήρας μας, γεφυρώνει την άβυσσο ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Όπως λέμε σ' έναν από τους ορθόδοξους ύμνους της παραμονής των Χριστουγέννων, «Ο ουρανός και η γη σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε, και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε».

Η ενσάρκωση λοιπόν είναι η υπέρτατη πράξη του Θεού για να μας απολυτρώσει και να ξανασυνδέσει την επικοινωνία μας μαζί του. Αλλά τι θα είχε γίνει αν δεν είχε συμβεί ποτέ μια πτώση; Θα είχε διαλέξει ο Θεός να γίνει άνθρωπος ακόμη κι αν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει ποτέ; Θάπρεπε να θεωρηθεί η ενσάρκωση απλώς σαν απάντηση του Θεού στη δύσκολη θέση του πεπτωκότος ανθρώπου, ή είναι κατά κάποιο τρόπο μέρος της αιώνιας πρόθεσης του Θεού; Μήπως θάπρεπε να κοιτάξουμε πίσω από την πτώση και να δούμε την πράξη της ενανθρώπισης του Θεού σαν την εκπλήρωση της αληθινής μοίρας του ανθρώπου;

Σ' αυτή την υποθετική ερώτηση δεν μπορούμ' εμείς, στην τωρινή μας κατάσταση, να δώσουμε καμιά τελική απάντηση. Αφού ζούμε μέσα στην πτωτική κατάσταση, δεν μπορούμε να φανταστούμε καθαρά ποια θάταν η σχέση του Θεού με το ανθρώπινο γένος αν δεν είχε συμβεί η πτώση. Οι χριστιανοί συγγραφείς έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχουν περιορίσει την εξέταση του θέματος της ενσάρκωσης στο πλαίσιο της πτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Αλλά υπάρχουν μερικοί που ριψοκινδύνεψαν μιαν ευρύτερη θεώρηση, ιδιαίτερα ο άγ. Ισαάκ ο Σύρος και ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής στην Ανατολή, καθώς και ο Duns Scotus στη Δύση. Η Ενσάρκωση, λέει ο άγ. Ισαάκ, είναι το πιο ευλογημένο και το πιο χαρμόσυνο πράγμα που θα μπορούσε να είχε συμβεί στο ανθρώπινο γένος. Μπορεί λοιπόν νάναι σωστό, το να ορίσουμε σαν αιτία γι' αυτό το χαρμόσυνο γεγονός κάτι που ίσως ποτέ να μη συνέβαινε και που στ' αλήθεια δεν θάπρεπε ποτέ να έχει γίνει έτσι; Βέβαια ο άγ. Ισαάκ πιστεύει, ότι η πρόσληψη της ανθρωπότητάς μας απ' το Θεό πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο σαν μια απάντηση στην αμαρτία του ανθρώπου, αλλά επίσης και κυρίως σαν μια πράξη αγάπης, σαν μια έκφραση της ίδιας της φύσης του Θεού. Ακόμη κι αν η πτώση δεν είχε γίνει, ο Θεός, μέσα στην απεριόριστη, εκστατική του αγάπη θα είχε πάλι διαλέξει να ταυτίσει τον εαυτό του με τη δημιουργία του με το να γίνει άνθρωπος.

Η Ενσαάρκωση του Χριστού, ιδωμένη μ' αυτό τον τρόπο, έχει περισσότερη σημασία από μια αναίρεση της πτώσης ή από μια αποκατάσταση του ανθρώπου στην αρχική του κατάσταση μέσα στον Παράδεισο. Όταν ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αυτό σημαδεύει την αρχή ενός ουσιαστικά νέου σταδίου στην ιστορία του ανθρώπου και όχι μόνο μια επιστροφή στο παρελθόν. Η Ενσσάρκωση ανεβάζει τον άνθρωπο σ' ένα καινούργιο επίπεδο· η τελευταία κατάσταση είναι υψηλότερη από την πρώτη. Μόνο μέσα στον Ιησού Χριστό βλέπουμε ν' αποκαλύπτονται όλες οι δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης μας· μέχρι να γεννηθεί, η αληθινή σημασία της προσωπικότητάς μας μας ήταν κρυμένη. Η γέννηση του Χριστού, όπως λέει ο Μ. Βασίλειος, είναι «η γενέθλια ημέρα όλου του ανθρώπινου γένους». Ο Χριστός είναι ο πρώτος τέλειος άνθρωπος -τέλειος δηλ. όχι μόνο δυναμικά, όπως ήταν ο Αδάμ με την αθωότητά του πριν από την πτώση, αλλά με την έννοια της απόλυτα πραγματοποιημένης «ομοίωσης». Η Ενσάρκωση λοιπόν δεν είναι μόνο ένας τρόπος για ν' απαλειφθούν τα αποτελέσματα του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά είναι ένα ουσιαστικό στάδιο στο ταξίδι του ανθρώπου από τη θεία εικόνα στη θεϊκή εξομοίωση. Η αληθινή εικόνα και ομοίωση του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός· κι έτσι, από την πρώτη-πρώτη στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπου κατ' εικόνα, η Ενσάρκωση του Χριστού, κατά κάποιο τρόπο είχε υπονοηθεί. Η αληθινή αιτία λοιπόν για την Ενσάρκωση δεν βρίσκεται στην αμαρτωλότητα του ανθρώπου αλλά στη μη πεπτωκυία φύση του, στην ύπαρξή του που έγινε σύμφωνα με τη θεϊκή εικόνα και είναι ικανή να ενωθεί με το Θεό.

(από το βιβλίο Ορθόδοξος Δρόμος)

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2009/03/blog-post_10.html#ixzz3MXv6VhW1

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ιωσήφ Βατοπαιδινός - Γέροντας Επεφάνη ο Σωτήρ

Δεν πέρασαν πολλές μέρες από τότε που ακούσαμε πλήθος στρατιάς ουρανίου ν’ ανυμνεί το Θεό και να ψάλλει: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», και να, καινούργια κοσμοχαρμόσυνη αγγελία ακούγεται πάλι, στον Ιορδάνη αυτή τη φορά: «Επεφάνη ο Σωτήρ, η χάρις, η αλήθεια».
Χθες, υποδεχθήκαμε τον Λόγο του Θεού Πατρός σαν νήπιο και διδαχθήκαμε μυστήρια απόρρητα και απόκρυφα. Εκείνον που ασιγήτως, ακατάπαυστα, ανυμνούν στους ουρανούς τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, είδαμε να συνανυμνούν, κάτω, πλήθη στρατιάς ουρανίου. Τον «προ των αιώνων γεννηθέντα» αμήτορα (χωρίς μητέρα) εκ Πατρός, είδαμε κάτω να γίνεται άνθρωπος απάτορας (χωρίς πατέρα), μόνο από μητέρα. Τον δημιουργό των αιώνων είδαμε άναρχο και συγχρόνως «υπό χρόνον», αχώρητο και συγχρόνως χωρούμενο, Θεό και συγχρόνως άνθρωπο, επάνω «περιβεβλημένον το φως ως ιμάτιον», και κάτω «περιβεβλημένον τα σπάργανα», μέσα σε παρθενικές μητρικές αγκάλες!…
Ας μελετήσουμε τώρα, αγαπητοί, και τη σημασία αυτής της εορτής των Θεοφανείων, ώστε κι εδώ, έκπληκτοι για το βάθος της ανέκφραστης του Θεού Λόγου κενώσεως, να φωνάξουμε με θαυμασμό· «τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών! Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». Γράφει ο ευαγγελιστής σχετικά. «εκείνο τον καιρό, εμφανίστηκε στην έρημο της Ιουδαίας ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Κήρυττε κι έλεγε: Μετανοείτε, γιατί έφτασε η Βασιλεία του Θεού. Καθώς ο κόσμος περίμενε κι όλοι σκέπτονταν μέσα τους για τον Ιωάννη, μήπως αυτός είναι ο Χριστός, εκείνος απαντούσε σε όλους κι έλεγε: Εγώ σας βαφτίζω με νερό… Αυτός θα σας βαπτίσει με άγιο Πνεύμα και φωτιά».(Ματθ. γ΄1-2. Λουκ. γ΄15-16)
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, έρχεται, «παραγίνεται», ο Κύριος μας επί τον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη, για να βαπτιστεί. Αυτός που άφησε τα 99 πρόβατα και πορεύθηκε αναζητώντας το «απολωλός» παρίσταται στον κήρυκα της μετανοίας· αυτός που δεν περιφρόνησε την «απολλυμένην δραχμήν», ψάχνει και με επιμέλεια την αναζητά· αυτός που βεβαίωσε με όρκο ότι «δεν θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, μέχρι να επιστρέψει και να ζήσει», παραβρίσκεται ανάμεσά μας και κατεργάζεται τη σωτηρία όλων μας· αυτός που ετοίμασε το μέγα δείπνο βγαίνει «εις τας πλατείας και τας ρύμας» για να καλέσει τους πάντες, για να μη μείνει κανένας έξω. Ο καλός Ποιμένας έρχεται προσωπικά για να βρει και να κρατήσει στους ώμους του το «πλανηθέν»· ο πιστός φίλος έρχεται για να θυσιάσει τη ζωή του υπέρ των φίλων του. Ο οικοδεσπότης επισκέπτεται τους οικείους του, ο ιατρός τους ασθενείς, ο Κτίστης και Δημιουργός το καταπεσμένο και συντριμμένο κτίσμα του, για να το αναπλάσει. Ο Κύριος και Δεσπότης κατέρχεται σ’ αυτούς που βρίσκονται στα δεσμά και τη φυλακή του Άδη, για να εξοφλήσει την οφειλή τους και να εξαλείψει το χειρόγραφο των αμαρτιών τους (Κολ. β΄14)· ο Ζωοδότης, για να χαρίσει ζωή και ελευθερία στους πάντες.
Βλέποντάς τον, ο θείος Πρόδρομος να έρχεται προς αυτόν έλεγε στον εκεί λαό, «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου… Καγώ εώρακα και μεμαρτύρηκα ότι ούτος έστιν ο υιός του Θεού»(Ιωαν. α΄15-16, 29-30, 33-34).
Σήμερα υποδεχόμαστε στον Ιορδάνη τον Λυτρωτή όχι σαν νήπιο, αλλά σαν τέλειο άνδρα. Σήμερα δεν λαμβάνουμε την πληροφορία από αγγέλους που ψάλλουν ή από ποιμένες που μαρτυρούν ή από μάγους που προσκυνούν. Σήμερα δεν Τον γνωρίζουμε καταδιωγμένο από τον Ηρώδη και «φεύγοντα εις Αίγυπτον». Σήμερα, αντίθετα, Τον βλέπουμε να παρίσταται στον Ιορδάνη σαν τέλειος άνθρωπος, μαρτυρούμενος από τον Πατέρα και βεβαιούμενος από το Άγιο Πνεύμα. Σήμερα κάθε αμφιβολία για τον αληθινό Θεό λαμβάνει τέλος. Το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, που ήταν από κτίσεως κόσμου καλυμμένο από «γνόφο» και συμβολιζόταν σαν σκιά, αποσαφηνίζεται και το ορθό περί Θεού δόγμα διατρανώνεται. Σήμερα ο αληθινός Θεός και των πάντων Δημιουργός και Κυβερνήτης αποκαλύπτεται κατά τρόπο αισθητό. Ο Πατέρας μαρτυρεί από τον ουρανό: «Ούτος έστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Ματ. γ΄17). Ο Υιός κάτω δακτυλοδεικτείται από τον Πρόδρομο. «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιωαν. α΄29). Και το Πανάγιο Πνεύμα «σωματικώ είδει ωσεί περιστερά» (Λουκ. γ΄22) κάθεται και μένει πάνω σ’ Αυτόν, για να μη νομίσει κανείς ότι η φωνή άλλον αφορούσε. Πραγματικά, «Τριάδος η φανέρωσις εν Ιορδάνη γέγονε», κατά τον θείο υμνωδό. Την παρουσία του εξαιρετικού αυτού μυστηρίου προβλέποντας ο προφήτης, έγραφε: «Η θάλασσα είδε και έφυγεν, ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω» (Ψαλμ. 113, 3)· και «η χώρα του Ζαβουλών και η χώρα του Νεφθαλείμ, στο δρόμο για τη θάλασσα, και πέρα από τον Ιορδάνη, η Γαλιλαία που την κατοικούν ειδωλολάτρες, οι άνθρωποι που κατοικούν στο σκοτάδι είδαν φως δυνατό. Και για όσους μένουν στη χώρα που την σκιάζει ο θάνατος ανέτειλε ένα φως για χάρη τους» (Ματ. δ΄15-16).
Σήμερα καταργείται και παρέρχεται η σκιά και το τυπικό του Νόμου, κι αρχίζει η περίοδος της Χάριτος, και συμβολίζεται η Εκκλησία. Ο Πρόδρομος, που είναι και «προφήτου μείζων», κατά τη μαρτυρία του Κυρίου μας, αφού συμπλήρωσε την προφητική του αποστολή, με το να δείξει τον προφητευμένο και αναμενόμενο από των αιώνων Σωτήρα και Λυτρωτή, αρχίζει αμέσως σαν πρωταπόστολος τη νέα περίοδο της Χάριτος και οδηγεί στο πρώτο από τα μυστήρια, το Βάπτισμα.
Θέλοντας ο Κύριος μας «να πληρώση πάσαν δικαιοσύνην» προσέρχεται ο Ίδιος προς τον κήρυκα της μετανοίας και δέχεται το βάπτισμα, «αν και δεν είχε ανάγκη από καθαρισμό», για να συνθάψει μέσα στα νερά την παγκόσμια αμαρτία.
Με τη φανέρωσή Του αυτή στον Ιορδάνη ο Κύριός μας μαρτυρούσε την έλευση του πληρώματος των καιρών, όπου σαν νέος Νώε, θα έσωζε στη νοητή Κιβωτό (την Εκκλησία) την ανθρώπινη φύση από τον παγκόσμιο της αμαρτίας κατακλυσμό. Με την μέσα σ’ αυτά παρουσία και ενέργεια του διαβόλου, φανερώνει τη μέγιστη αλήθεια της πίστεως, διά της αποκαλύψεως της Αγίας Τριάδος· παραδίδει το πρώτο και βασικό της νέας Χάριτος μυστήριο, το Βάπτισμα, και, ανεβαίνοντας από τα νερά, συνανυψώνει κι εμάς, ώστε «τα άνω πλέον να φρονώμεν και μη τα επί της γης» (Κολ. γ΄1-2).
Δεν τελειώνει όμως έως εδώ ο κατεργαζόμενος τη σωτηρία μας Λυτρωτής, αλλά -κατά τον ευαγγελιστή- «οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο για να αντιμετωπίσει τους πειρασμούς του διαβόλου, και εκεί νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες»(Ματ. δ΄1-2). Αφού τελείωσε στον Ιορδάνη τη σωτήρια οικονομία του ο Κύριος χαρίζοντάς μας διά του μυστηρίου του βαπτίσματος την είσοδο στη ζωή και τον αρραβώνα της Χάριτος, μας ανεβάζει αμέσως στη δεύτερη μορφή της πνευματικής διαγωγής. Με την πίστη γνωρίσαμε το Θεό και τις προς Αυτόν σχέσεις μας, καθώς και τους λόγους και τρόπους της προνοίας Του. Στη συνέχεια, επόμενο ήταν να ακολουθήσει η πρακτική εφαρμογή του θελήματός του, το οποίο διαγράφεται από τις θείες Του εντολές και που αποβλέπει στην κάθαρση της φθαρμένης μας φύσεως από τα πάθη και την αταξία που προκάλεσε η μετά την πτώση επελθούσα διαστροφή. Εδώ ακριβώς βρίσκουν εφαρμογή και τα λόγια του προφήτη Δαυίδ, «διά τους λόγους των χειλέων Σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς»(Ψαλμ. 16, 4).
Αυτόν λοιπόν τον τρόπο του πρακτικού βιώματος θέλοντας να μας παραδώσει ο Χριστός μας, βγήκε στην έρημο. Ο παλαιός άνθρωπος με τα πάθη του και τις επιθυμίες του, ο νόμος της αμαρτίας, η επικρατούσα δύναμη του κακού στα μέλη μας που από τόσες και τόσες αφορμές έχει παγιωθεί και γίνει συνήθεια, και το γεγονός ότι ο διάβολος είχε πάνω στους αμαρτήσαντες δύναμη και εξουσία, χρειάζονταν θεραπεία και μέθοδο πρακτικής εργασίας, ώστε, διά της Χάριτος ο άνθρωπος, να ελευθερωθεί.
«Και ενήστευσεν ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα». Γιατί αυτό; «Διά βρώσεως εξήγαγε του Παραδείσου ο εχθρός τον Αδάμ». Γι’ αυτό διά νηστείας αρχίζει κι ο Λυτρωτής μας την επιστροφή. Από εκεί που συνέβη η πτώση, από εκεί αρχίζει τη θεραπεία. Και όχι με τρόπο προστακτικό, όπως θα άρμοζε στην κυριαρχική Του μεγαλοσύνη, αλλά με τρόπο πρακτικό, εφαρμόζοντας πρώτα ο Ίδιος στον εαυτό Του το καταλληλότερο αυτό φάρμακο της σωτηρίας, το δραστικότατο αυτό όπλο της πνευματικής μας στρατιάς στον αόρατο πόλεμο «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου»(Εφεσ. στ΄12) Επειδή λοιπόν η πνευματικότητα της αρχικής μας «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού» κατασκευής καταστράφηκε με την πτώση, και τις θεοειδείς θεωρίες αντικατέστησαν οι υλικές αισθήσεις, αιχμαλωτισμένες από τα πιο αισχρά πάθη, γι’ αυτό όλων αυτών τη θεραπεία αρχίζει ο Κύριός μας με την πρακτική οδό της νηστείας και εγκράτειας.
Αλλά και άλλος λόγος, μυστικός, δηλ. πιο βαθύς, κατά τους Πατέρες, υπάρχει πίσω από τον τρόπο αυτό με τον οποίο ο Κύριός μας έκανε την αρχή. Όπως στην αρχή της δημιουργίας της ανθρώπινης φύσης προηγήθηκε η κατασκευή του σώματος και έπειτα της ψυχής, έτσι και τώρα διδασκόμαστε να προηγούνται τα σωματικά έργα από τα πνευματικά. Η (λόγω της αιχμαλωσίας στα πάθη και τις επιθυμίες) προς τα κάτω ροπή των αισθήσεων συναιχμαλωτίζει και το νου, αμβλύνοντας τη διάκριση του κακού από το καλό, γι’ αυτό ο Κύριός μας αρχίζει τη θεραπεία των αισθήσεων με τη νηστεία. Η νηστεία, σαν απόλυτος όρος της εγκράτειας, περιορίζει την επιθυμία και εξασθενεί τα πάθη, οπότε ελευθερωμένος ο νους επιστρέφει στη φυσική του αρχή. Επιστρέφει δηλαδή στο Θεό και γίνεται διακριτικός, ώστε να κρίνει ορθά και τους δικούς του λογισμούς και αυτούς τους πονηρούς ακόμα, που του υποβάλλει ο εχθρός.
Θεοφάνεια, ρωσική εικόνα από το 13 αιώνα
Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε καλά τη σημασία της νηστείας σαν της πιο βασικής από τις πρακτικές αρετές, αφού και ο Χριστός την προβάλλει σαν την πρώτη στην πρακτική μας ζωή. Με το όπλο αυτό της νηστείας ανέκτησε θάρρος και σθένος η ταπεινωμένη μας φύση, και με παρρησία αποκρίνεται στον εχθρό, «ύπαγε οπίσω μου, σατανά». Με αυτό το όπλο, το «ουκ επιθυμήσεις» των εντολών του Δεκαλόγου, εφαρμόζεται χωρίς κόπο. Με τη νηστεία θυμόμαστε την πρώτη εκείνη μέσα στο Παράδεισο εντολή, το «ου φάγεσθε». Και έτσι γινόμαστε πιο προσεκτικοί στην τήρηση των εντολών του Θεού. Με αυτό το όπλο συνειδητοποίησε ο άνθρωπος την αξία της κυριότητάς του και τώρα μπορεί με σθένος να αποκρίνεται στις παντοειδείς προσβολές της αμαρτίας: «πάντα μοι έξεστιν αλλ’ ου πάντα συμφέρει»(Α΄Κορ. στ΄ 12). Με αυτό το μέσο φωτιζόμενος ο νους είναι σε θέση να διακρίνει τους δόλους και τις προφάσεις του πονηρού. Με αυτό το όπλο γνώρισε ο διάβολος την πρώτη του ήττα και ταπεινώθηκε η έπαρση και η εξουσία του πάνω στον ταπεινωμένο ως τότε άνθρωπο. Με το όπλο αυτό βλέπουμε σήμερα και το Κύριο μας να αντιμετωπίζει στην έρημο όλη τη δύναμη της διαβολικής πονηρίας και όλη την ένταση της αμαρτίας· διότι οι τρεις πειρασμοί που αντιμετώπισε εκεί εκπροσωπούν ολόκληρο το πλάτος και το βάθος της παναμαρτίας που περισφίγγει και πνίγει την ανθρώπινη φύση.
Ο Κύριός μας, και τότε στην έρημο, που χάραξε τη θεμελίωση της πνευματικής μας ζωής, και εν συνεχεία στην υπόλοιπη μεταξύ των ανθρώπων διαγωγή Του, παρέμεινε το κύριο πρότυπο και ζωντανό παράδειγμα των πρακτικών αρετών, που είναι απαραίτητες για την πνευματική μας αναγέννηση. Νήστευε, προσευχόταν, αγρυπνούσε ακτημονούσε. Αυτό, κατά τη γλώσσα των Πατέρων μας, είναι η λεγόμενη «πρακτική», η οποία είναι της «θεωρίας επίβασις». Με την όλη ζωή Του πέτυχε την ανακαίνιση του δοσμένου στα πάθη και τις επιθυμίες παλαιού «χοϊκού ανθρώπου» και μας «ενέδυσε ιμάτιον σωτηρίου», προορίζοντάς μας να φορέσουμε τελικά την «εικόνα του επουρανίου ανθρώπου»(Α΄Κορ. ιε΄49). Μας μετέφερε από το θάνατο στη ζωή και μας δίδαξε τον τρόπο της πρακτικής σ’ αυτό επιτυχίας. Δεν απαιτείται μόρφωση, πλούτος, δόξα ή άλλη ικανότητα του κόσμου τούτου, αλλά μόνο πίστη στο Θεό, πίστη στον Κύριον Ιησού, τον Υιό του Θεού, καθώς και ο Ιωάννης λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον»(Ιωαν. γ΄36). Και πάλι, καθώς ο ίδιος ο Κύριος λέγει: «Όποιος δέχεται τα λόγια μου και πιστεύει σ’ αυτόν που με έστειλε με έχει κιόλας την αιώνια ζωή, και δεν θα αντιμετωπίσει την τελική κρίση, αλλά έχει κιόλας περάσει από το θάνατο στη ζωή»(Ιωαν. ε΄24).
Κρατώντας λοιπόν την πίστη καθώς διδαχθήκαμε, και ατενίζοντας συνεχώς στο πρότυπο, «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν»(Εβρ. ιβ΄ 2), και αφομοιώνοντας τη δική μας ζωή με τον πανάρετό Του βίο, τη χριστοζωή, ας είμαστε βέβαιοι ότι θα χαρίσει και σε μας τις ενέργειες της Χάριτός Του για να νικούμε και να καταργούμε το διάβολο και κάθε πειρασμό, και αυτόν τελικά το θάνατο. Κι αν προηγουμένως ζούσαμε χωρίς Χριστό και μας κυρίευε ο θάνατος, τώρα όμως έχουμε θάρρος διά της πίστεώς μας προς Αυτόν, γιατί, όπως ο ίδιος αποκάλυψε, «εκείνος που πιστεύει σε μένα, κι αν πεθάνει, θα ζήσει… (διότι) εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή»(Ιωαν. ια΄25).
Το ζωντανό δόγμα της αλήθειας που ειδικά η σημερινή γιορτή των Θεοφανείων μας διδάσκει, είναι το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Το δε πρακτικό βίωμα το οποίο μας παραδόθηκε στη συνέχεια από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, είναι τα αγιαστικά και σωστικά μέσα τα οποία μας ανεβάζουν και μας τελειοποιούν στην «καινή» ζωή της Χάριτος. Ο Θεάνθρωπος Κύριός μας με την ασύγχυτη στο πρόσωπό Του ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσης έγινε και τέλειος άνθρωπος, και σαν τέτοιος πολέμησε και νίκησε για χάρη του ανθρώπου καθετί το αντίθετο, το άθεο, την απάτη της αμαρτίας και το διάβολο, και ανύψωσε τον άνθρωπο υπεράνω των ουρανών μέχρι και αυτής της Τριαδικής Θεότητος.
Μετά από το δικό Του παράδειγμα ακολουθούν τα παραδείγματα και οι βίοι των αγίων μας, που αποτελούν επανάληψη του βίου του Χριστού, η συνεχιζόμενη Αγία Παράδοση, η οποία καθορίζει και σταθεροποιεί την κατεύθυνσή μας προς τον ένα και απόλυτο σκοπό, τον αγιασμό και τη θέωση. Ο βίος των αγίων αποτελεί την ακριβή αντιγραφή των όσων ο γλυκύς μας Ιησούς «ήρξατο ποιείν τε και διδάσκειν», αλλά και την απόδειξη της εκχύσεως της παναγίας Του Χάριτος στον καθένα και σ’ όλους μαζί, και η οποία Χάρις τους σκέπαζε, ενώ αγωνίζονταν, και τους ενδυνάμωνε, τους φώτιζε και τους οδηγούσε.
Η πιο ζωντανή διαπίστωση της αλήθειας των λεγομένων μας είναι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής που αναφέρεται σήμερα, ο οποίος από τη στιγμή της συλλήψεώς του αγιάστηκε και προορίστηκε για την υψηλή αυτή αποστολή, να υπηρετήσει δηλαδή στη θεία οικονομία του Σωτήρος Χριστού. Ως θεοχειροτόνητος κήρυκας ο Πρόδρομος και καθηγητής της μετανοίας, απέδειξε το απαραίτητο των εισαγωγικών πρακτικών αρετών σαν απόλυτο χρέος για τον καθένα και δίδαξε τη πίστη, τη δικαιοσύνη, τη συμπάθεια και την αχώριστη από τον βίο αγνότητα. Το απαραίτητο αυτών των αγίων αρετών επισφράγισε με τον μαρτυρικό του θάνατο· γι’ αυτό παραμένει παντοτινά σαν ο αμετάθετος κήρυκας του «ουκ έξεστιν»(δεν επιτρέπεται) για κάθε παραβάτη των ηθικών νόμων και αρχών. Προτίμησε, ο αγνότατος ισάγγελος και ο μεγαλύτερος όλων των προφητών, τον αποκεφαλισμό παρά τον συμβιβασμό με την αμαρτία, αποδεικνύοντας το απαράβατο της εγκράτειας και των πρακτικών αρετών σαν βάση και βαθμίδα για την άνοδο στην τέλεια εν Χριστώ ζωή.
Με τις θείες πρεσβείες, συν τις πρεσβείες της παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και όλων των αγίων, «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Γένοιτο! Αμήν.
(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού. «Λόγοι Παρακλήσεως», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 15, σ. 1

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Λυκ. Νάνης, "Αγώνας για την προάσπιση του δεινώς βαλλομένου Ορθοδόξου Δόγματος και ήθους"

article_17499.jpg
 "Αγώνας για την προάσπιση του δεινώς βαλλομένου Ορθοδόξου Δόγματος και ήθους"
Αναδιφώντας, κατ αυτάς, το πολύτιμο ηλεκτρονικό αρχείο της αγωνιστικής εκκλησιαστικής εφημερίδος ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ και συγκεκριμένα τα φύλλα των ετών 1963-1964 που διατίθενται πλέον προς ανάγνωση σε κάθε ενδιαφερόμενο υπό μορφήν pdf, κατέστην γνώστης, όπως φαντάζομαι και πολλοί άλλοι συμπατριώτες μας, των ατρύτων αγώνων που κατέβαλε εναντίον της αθηναγορείου προδοσίας η αγωνιζομένη Ορθοδοξία του καιρού εκείνου με επικεφαλής το μοναχικό κόσμο.
Κορυφαίο ρόλο στη θεοφιλή αυτή μάχη έπαιξε το Αγιώνυμο Όρος, το παλλάδιο αυτό της Ορθοδοξίας.
Στα ολέθρια ίχνη του προκατόχου του, μακαριστού Αθηναγόρα, πορεύεται, δυστυχέστατα για την ιερή υπόθεση της προασπίσεως του δεινώς βαλλομένου Ορθοδόξου Δόγματος, και ο σημερινός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος κατασκανδαλίζοντας τους αγωνιώντες και ορθοφρονούντες πιστούς, πυροδοτώντας σφοδρές αντιδράσεις και δημιουργώντας σε πολλούς εκ των πιστών, κληρικών και λαικών, κρίση συνειδήσεως αναφορικά με τη συνέχιση της μνημονεύσεώς του και της, εν γένει, εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί του.
Το γεγονός ότι, επί τη βάσει των όσων διαλαμβάνει η παρούσα ανάρτηση, οι σεβαστοί αγιορείτες μοναχοί εμνήσθησαν στην επιστολή που απηύθυναν προς τον πατριάρχη, και της διακοπής του μνημοσύνου του πυραυλοκινήτως φερομένου προς ένωση μετά των αιρετικών παπικών, μακαριστού Αθηναγόρα, αποκαλύπτει το μέγεθος της σοβαρότητας του όλου ζητήματος που δημιουργήθηκε υπαιτιότητι της ολέθριας οικουμενιστικής πολιτικής του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Το εξόχως, όμως, λυπηρό φαινόμενο,στη συγκεκριμένη περίπτωση, έγκειται στην έλλειψη ουσιαστικής αντιδράσεως, αλλά, και αντιστάσεως, απ τη μεριά ηγετικών εκκλησιαστικών παραγόντων απ το χώρο τόσο της Εκκλησίας της Ελλάδος όσο και των υπολοίπων Πατριαρχείων και τοπικών αυτοκεφάλων Εκκλησιών δηλονότι.
Επί των ημερών του Αθηναγόρα σημειώθηκε σφοδρή, μαζική και συντονισμένη αντίδραση απ την πλευρά της Ελλαδικής Εκκλησίας. Ιδιαιτέρως ο τότε αρχιεπίσκοπος, μακαριστός Χρυσόστομος ο Β (Χατζησταύρου), προέβαλε σθεναρή αντίσταση στα σκοτεινά σχέδια του τότε πατριάρχη ο οποίος ενεργούσε μονομερώς και ερήμην των λοιπών Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Εκκλησιών στην επιχείρηση ενώσεως με τους παπικούς.
Αλλά και οι λοιποί προκαθήμενοι των Πατριαρχείων και των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, πλην ελαχίστων θλιβερών εξαιρέσεων, εξεδήλωσαν και διατράνωσαν την έντονη αντίθεσή τους στην ανεκδιήγητη πατριαρχική πολιτική.
Στις ημέρες μας, όμως, δύναται κανείς να ισχυρισθεί σοβαρά ότι σημειώνεται ουσιαστική αντίδραση,σε επίπεδο ποιμένων και δη επισκόπων, πλην ολίγων επαινετέων εξαιρέσεων, απέναντι στα πατριαρχικά παραστρατήματα;
Άλλωστε, για να είμαστε δίκαιοι, οι θεράποντες του παναιρετικού οικουμενισμού δεν κατοικοεδρεύουν μονάχα στο Βόσπορο, αλλά και αλλαχού και ο νοών νοείτω!
Αναφορικά δε με την κατ Ελλάδα Εκκλησία βασιλεύει η απαράδεκτη σιωπή. Τι άλλο ακόμη θα πρέπει να πράξει ο πατριάρχης προκειμένου να αντιδράσει το ιεραρχικό σώμα;
Ο υποφαινόμενος έχω σχηματίσει την πεποίθηση ότι η πλειοψηφία των ιεραρχών μας είναι αντίθετη, θεωρητικά, με την πατριαρχική πρακτική. Θεωρώ ότι οι υπέρμαχοι του οικουμενισμού αποτελούν μία μειοψηφία, και ευτυχώς, εντός της Ιεραρχίας.
Πλην όμως οι πλείστοι, οι ορθοφρονούντες, σιωπούν! Κάτι τέτοιο όμως συνεπάγεται μεγίστη πνευματική ζημία για την ιερή υπόθεση του Ορθοδόξου Δόγματος!
Και, γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, το περιβόητο "φιλάδελφο" δεν καταλείπει περιθώρια ουσιαστικής αντιδράσεως και αντιστάσεώς τους απέναντι στις οικουμενιστικής και συγκρητιστικής χροιάς εκτροπές των συνεπισκόπων τους! (Όρα σκανδαλώδεις δηλώσεις μητροπολίτη Δημητριάδος για την παπική "εκκλησία", "μεταπατερική" Ακαδημία κ.ο.κ.).
Ας ελπίσουμε ότι η ευχάριστη, κατ αρχήν, εξέλιξη που σημειώθηκε με τη σύνταξη και αποστολή της επιστολής των αγιορειτών προς τον πατριάρχη θα αφυπνίσει επιτέλους και το καθεύδον ιεραρχικό σώμα προκειμένου το τελευταίο, σταθμίζοντας τις τεράστιες πνευματικές του ευθύνες, να προβάλλει, επιτέλους, σθεναρή αντίσταση στα ολέθρια οικουμενιστικά σχέδια που υπηρετούν την υλοποίηση του πανθρησκειακού οράματος.
Στις χαλεπές και απνευμάτιστες μέρες που διανύουμε, στην εποχή της "πολιτικής ορθότητας", της σχετικοκρατίας και του άκρατου ορθολογισμού, ο αγώνας για την προάσπιση του δεινώς βαλλομένου Ορθοδόξου Δόγματος και του Ορθοδόξου Ήθους αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα όλων μας, ποιμένων και ποιμαινομένων!
Λ.Ν.